Αλγερία

I
(Αστρον.).Αστεροειδής που το φαινόμενο μέγεθός του στη μέση αντίθεσή του είναι ίσο προς 14,6, ενώ αν βρισκόταν σε απόσταση μιας αστρονομικής μονάδας από τον Ήλιο και από τη Γη θα είχε φαινόμενο μέγεθος 10,5.
II
Κράτος της βορειοδυτικής Αφρικής.Συνορεύει στα Δ με το Μαρόκο, στα Ν με τη Μαυριτανία, το Μάλι και τη Δημοκρατία του Νίγηρα, στα Α με τη Λιβύη και την Τυνησία, ενώ στα Β βρέχεται από τη Μεσόγειο θάλασσα.Τα όρια της Α. καθορίστηκαν συμβατικά χωρίς να ληφθούν και τόσο υπόψη οι φυσικές, εθνικές και γλωσσικές συνθήκες. Η ανάπτυξη των ακτών που βρέχονται από τη Μεσόγειο είναι περίπου 1.300 χλμ. Στο πλαίσιο των πολιτικών διαπραγματεύσεων για τη λύση των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν από τον πόλεμο εθνικής απελευθέρωσης, η Γαλλία προσπάθησε να αμφισβητήσει την πατροπαράδοτη εδαφική ακεραιότητα της Α., με ιδιαίτερη αναφορά στη Σαχάρα, που είχε για μεγάλο διάστημα δικό της καθεστώς και η οποία γεωγραφικά αποτελεί μέρος μιας περιοχής που ξεχωρίζει από εκείνη του Μάγρεμπ, στην οποία εισχωρεί ζωτικό τμήμα της χώρας. Η ανεξαρτησία (1962) επικύρωσε αντίθετα τα αποικιακά σύνορα της χώρας, περιλαμβανομένης και της Σαχάρας, ενισχύοντας ιδιαίτερα την οροθέτηση που η Γαλλία είχε χαράξει ανάμεσα στην Α. από τη μια μεριά και στο Μαρόκο και στην Τυνησία από την άλλη.Η Α. Χωρίζεται σε 48 διαμερίσματα (wilaya), που υποδιαιρούνται σε περίπου 700 τοπικές κοινότητεςΕπίσημη γλώσσα της Α. είναι η αραβική. Το 2002 αναγνωρίστηκε και η βερβερική. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού μιλάει και τη γαλλική, από τα χρόνια της αποικιοκρατίας.
Ο πληθυσμός αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από Βέρβερους και Άραβες. Μέχρι το 1962 στη χώρα ζούσαν περίπου ένα εκατομμύριο άποικοι, κυρίως Γάλλοι, καθώς και αυτόχθων πληθυσμός 150.000 Εβραίων. Μετά την ανεξαρτησία, το 90% των πληθυσμών αυτών εγκατέλειψε το έδαφος της Α.Η Α. είναι ανεξάρτητη δημοκρατία από τις 3 Ιουλίου 1962, όταν τερματίστηκε ο σκληρός αγώνας –που άρχισε το 1954– εναντίον της γαλλικής αποικιοκρατικής δύναμης που είχε κατακτήσει το έδαφος το 1830. Η συνταγματική τάξη αποκαταστάθηκε το 1963 με την έγκριση από τη συντακτική συνέλευση, που εξελέγη το προηγούμενο έτος, του συντάγματος της Λαϊκής Δημοκρατίας της Α. (Αλ-Τζουμχουρίγια αλ-Τζαζαϊρίγια αντ-Ντιμουκρατίγια ας-Σαμπίγια). Το σύνταγμα, που συντάχθηκε από τα ιθύνοντα στελέχη του κόμματος του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου, εγκρίθηκε στη συνέχεια και από τον λαό με δημοψήφισμα (8 Σεπτεμβρίου 1963). Ύστερα από το στρατιωτικό πραξικόπημα της 19ης Ιουνίου 1965, κατά το οποίο ανετράπη βίαια ο Αχμέτ Μπεν Μπέλα και αντικαταστάθηκε από τον Χουαρί Μπουμεντιέν, έμεινε ανεφάρμοστο σε όλα σχεδόν τα βασικά του σημεία επί έντεκα χρόνια.
Το 1976 η Α. διήλθε μια φάση ανανέωσης των θεσμών, που άρχισε με την έγκριση, μέσω δημοψηφίσματος (27 Ιουνίου), του εθνικού καταστατικού χάρτη. Ο τελευταίος αυτός συνίσταται σε ένα κείμενο περίπου 220 σελίδων, που καθορίζει τις κατευθυντήριες γραμμές και τις επιδιώξεις της χώρας, ανακηρύσσοντας τον ισλαμισμό επίσημη θρησκεία του κράτους και τη σοσιαλιστική επανάσταση αμετάκλητη επιλογή του λαού. Με τον νέο καταστατικό χάρτη ο Μπουμεντιέν θέλησε να τερματίσει την περίοδο της επαναστατικής εξουσίας που είχε γεννηθεί με το πραξικόπημα του 1965 και να προσδώσει μια πιο ακριβή συνταγματική τάξη στη Λαϊκή Δημοκρατία της Α. Στις 19 Νοεμβρίου του ίδιου έτους ψηφίστηκε το καινούργιο σύνταγμα. Αυτό το σύνταγμα με τις αλλαγές που έγιναν το 1979, το 1988, το 1989 και το 1996 ισχύει σήμερα και καθορίζει τον τρόπο λειτουργίας του πολιτεύματος που πλέον χαρακτηρίζεται ως σοσιαλιστική δημοκρατία.
Ο πρόεδρος της δημοκρατίας εκλέγεται κάθε 5 χρόνια με καθολική ψηφοφορία. Η νομοθετική εξουσία αποτελείται από μία κάτω βουλή, τη λαϊκή εθνοσυνέλευση (380 μέλη, 5ετής θητεία) και το εθνικό συμβούλιο (144 μέλη).Το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο κυριαρχεί στο πολιτικό σκηνικό της χώρας από την εποχή της ανεξαρτησίας. Στον χώρο του ισλαμικού φονταμενταλισμού κινείται το Ισλαμικό Μέτωπο Σωτηρίας. Οι εκλογές του 1997 έφεραν στη εξουσία το φιλοκυβερνητικό κόμμα του Εθνικού Δημοκρατικού Συναγερμού, που κέρδισε την πλειοψηφία εδρών και στις δύο βουλές. Άλλα σημαντικά κόμματα είναι το Κίνημα για Ειρηνική Δημοκρατία, το Κίνημα Νάχντα και το Μέτωπο Σοσιαλιστικών Δυνάμεων. Πρόεδρος της χώρας είναι από το 1999 ο Αμπντελαζίζ Μπουντεφλικά και πρωθυπουργός από το 2000 ο Αλί Μπενφλίς.Η δικαστική ιεραρχία διαρθρώνεται στο ανώτατο δικαστήριο και σε 183 πρωτοδικεία, οργανωμένα σε περιφερειακή βάση. Τα εφετεία είναι 31 και οργανωμένα επίσης περιφερειακά. Στις πόλεις Οράν, Κωνσταντίνη και Αλγέρι λειτουργούν από το 1966 τρία ειδικά ποινικά δικαστήρια που κρίνουν ανέκκλητα τα οικονομικά εγκλήματα κατά του κράτους. Το 1993 δημιουργήθηκαν 3 ειδικά δικαστήρια για την τρομοκρατία.Επίσημη θρησκεία, η οποία πρεσβεύεται από τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού, είναι ο ισλαμισμός.Η ανεξάρτητη Α. μετέτρεψε την εκπαιδευτική δομή της χώρας. Τα πολύ υψηλά ποσοστά αναλφαβητισμού, που έφταναν κατά τη διάρκεια της γαλλικής κυριαρχίας το 80-85%, περιορίστηκαν στο 39,4% (1995). Η διδασκαλία γίνεται στην αραβική, με τη γαλλική ως κυριότερη ξένη γλώσσα. Μεγάλη διάδοση έχουν επίσης οι βερβερικές διάλεκτοι. Η παιδεία είναι δημόσια και υποχρεωτική μεταξύ 6-15 ετών. Υπάρχουν τρεις βαθμίδες εκπαίδευσης: στοιχειώδης, μέση και ανωτέρα. Εκτός από το πανεπιστήμιο του Αλγερίου (1879), πανεπιστήμια έχουν επίσης το Οράν, η Κωνσταντίνη και άλλες 7 πόλεις. Υπάρχουν επίσης ανώτατα τεχνολογικά ιδρύματα.Αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων είναι ο πρόεδρος της δημοκρατίας. Το μέγεθος του πεζικού ανέρχεται στα 107.000 άτομα (2001). Στην αεροπορία υπηρετούν περίπου 10.000 άτομα και στο ναυτικό 7.000.Η κυβέρνηση της Α. χρηματοδοτεί προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας με χορήγηση επιδομάτων στους υπερήλικες και τους άπορους. Η ιατρική περίθαλψη παρέχεται δωρεάν από το 1974.Το έδαφος της Α. βρέχεται από τη δυτική Μεσόγειο, αλλά επί περίπου 2.000 χλμ. εισχωρεί στην καρδιά της βορειοκεντρικής Αφρικής, έως τη νότια παρυφή του ορεινού όγκου Τασίλι Ουά-ν-Αχαγκάρ. Γι’ αυτό προχωρεί πέρα από τα πατροπαράδοτα όρια της Α. (που αντιστοιχούν σε γενικές γραμμές με τη νότια λωρίδα στους πρόποδες του Σαχαριανού ή Μεγάλου Άτλαντα), και δεν αντιστοιχεί σε μια ενιαία γεωγραφική περιοχή· πράγματι, ενώ στα βόρεια αποτελεί μέρος του Μάγρεμπ (του οποίου αποτελεί το κεντρικό τμήμα), το υπόλοιπο ανήκει στη σαχαριανή Αφρική. Υπάρχουν συνεπώς δύο Α., από τις οποίες η βόρεια, όπου είναι συγκεντρωμένο το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, αντιστοιχεί σε λιγότερο από το 1/10 ολόκληρου του εθνικού εδάφους.Η Α. του Μάγρεμπ ανήκει σχεδόν ολόκληρη στο μεσογειακό βιοκλιματικό περιβάλλον· λόγω του γεωγραφικού πλάτους της είναι εκτεθειμένη στις διακυμάνσεις, με αποτέλεσμα να κατακλύζεται από μάζες δροσερού αέρα, με κυμαινόμενο καιρό, επί επτά ή μέχρι και εννέα μήνες τον χρόνο, ενώ κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού υφίσταται την επίδραση του σαχαριανού αέρα. Οι συνθήκες αυτές εξηγούν την καλοκαιρινή ξηρασία, σε αντίθεση με τις συχνές βροχοπτώσεις της δροσερής εποχής, με μέγιστες χειμερινές θερμοκρασίες (προπάντων κοντά στις ακτές), ή με δύο ετήσιες μέγιστες (το φθινόπωρο και την άνοιξη, στις ζώνες που είναι κοντά στη Σαχάρα).
Το ανάγλυφο έχει μεγάλη σπουδαιότητα στην εδραίωση των κλιματικών συνθηκών. Η βόρεια Α., που στο σύνολό της είναι μια ορεινή χώρα, έχει αρκετά ψυχρούς χειμώνες, σε αντίθεση με τα καυτά καλοκαίρια. Εξάλλου, η παράλληλη διάταξη προς την ακτή των ορεινών αλυσίδων του Τελ παρεμβάλλει ένα φράγμα ανάμεσα στη θάλασσα και το εσωτερικό. Αποτέλεσμα είναι μια βιοκλιματική διαίρεση: το καθαυτό μεσογειακό κλίμα χαρακτηρίζει μονάχα μια παράκτια λωρίδα, ενώ η σαχαριανή επίδραση εκδηλώνεται πιο έντονα στον νότο, ιδιαίτερα εξαιτίας του σιρόκου.
Στο Τελ οι ετήσιες βροχές ξεπερνούν γενικά τα 400 χιλιοστά. Εκεί παρατηρούνται, ωστόσο, σημαντικές διαφορές ανάμεσα στη ζώνη του Οράν (λιγότερα από 500 χιλιοστά, εξαιτίας της γειτνίασης της Ιβηρικής χερσονήσου που αποτελεί ένα πραγματικό φράγμα) και στην ορεινή ανατολή, εκτεθειμένη στους θαλάσσιους ανέμους (πάνω από 1.000 χιλιοστά στις Καβυλίες).
Αντίθεση υπάρχει επίσης ανάμεσα στο κλίμα της ακτής και σε εκείνο των εσωτερικών λεκανών, όπου τον χειμώνα εμφανίζεται παγετός, ενώ το καλοκαίρι οι ημερήσιες θερμοκρασίες μπορούν να φτάσουν τους 47°C και η μέση τιμή των βροχών πέφτει κάτω από τα 400 χιλιοστά.
Ανάμεσα στο Τελ και στη Σαχάρα υπάρχει μια υποάγονη ζώνη καλά καθορισμένη, το βόρειο σύνορο της οποίας αντιπροσωπεύεται από την ισοΰετο των 400 χιλιοστών και το νότιο από την ισοΰετο των 200 χιλιοστών. Η ζώνη αυτή, που βρίσκεται πέρα από το φράγμα των αλυσίδων του Τελ, επηρεάζεται πολύ από τη μεταβολή του μεσογειακού κλίματος, λόγω της σπανιότητας και του ακανόνιστου των βροχών, της ξηρασίας της ατμόσφαιρας, των σημαντικών διακυμάνσεων της θερμοκρασίας, των πιο συχνών χειμερινών παγετών (από 40 έως 60 ημέρες πάχνης στις δυτικές Υψηλές Πεδιάδες) και των πιο βίαιων εκδηλώσεων του σιρόκου. Όσον αφορά τη βλάστηση, ανάμεσα στις περιοχές παρατηρούνται μερικές διαφορές: στις δυτικές Υψηλές Πεδιάδες, με βροχές 250-350 χιλιοστών, επικρατεί η στέπα. Αντίθετα, οι ανατολικές Υψηλές Πεδιάδες, με μέση ποσότητα βροχών 350-400 χιλιοστών, μπορούν να ενταχθούν κατά μεγάλο μέρος στη ζώνη των δασών, και η σημερινή απογύμνωσή τους εξηγείται τόσο από τις αιωνόβιες πρακτικές της αποψίλωσης, όσο και από τη διαδεδομένη προβατοκομία.
Στον Σαχαριανό Άτλαντα επανεμφανίζεται κατά κάποιο βαθμό, λόγω του υψομέτρου, το κλίμα του Τελ: παρατηρούνται πράγματι 400 χιλιοστά βροχοπτώσεων στις βόρειες πλευρές, από 400-800 χιλιοστά στα όρη Χόντνα και Ορές, ενώ οι νότιες πλευρές είναι πολύ πιο άγονες. Η ύπαρξη της εσωτερικής αυτής λωρίδας βουνών έχει σπουδαίες βιολογικές συνέπειες· αυτό εξηγεί προπάντων τη διατήρηση μιας φυτικής επικάλυψης· εξάλλου, σε μια τόσο ερημική περιοχή, προσφέρει αρκετά ευνοϊκές συνθήκες για μόνιμη ανθρώπινη εγκατάσταση· τέλος, οι ορεινές βροχοπτώσεις τροφοδοτούν τις ουιντιάν, τις πηγές και τις υδάτινες φλέβες, από τις οποίες ζουν οι οάσεις στις ζώνες που βρίσκονται στους πρόποδες των βουνών.
Η δημιουργία του άγονου σαχαριανού περιβάλλοντος. Οι παράγοντες που καθόρισαν την ύπαρξη της ερήμου της Σαχάρας στη βόρεια Αφρική είναι διάφοροι. Αλλά η βασική αιτία είναι το γεωγραφικό πλάτος: η αλγερινή Σαχάρα, που εκτείνεται κατά προσέγγιση από 350 έως 190 βορείου πλάτους διασχίζεται από τον Τροπικό του Καρκίνου και η θέση αυτή στη μεγάλη ζώνη των υψηλών τροπικών πιέσεων καθορίζει μόνιμες συνθήκες κλίματος λίγο ή πολύ ξηρού.
Ωστόσο, κατά το τεταρτογενές πραγματοποιήθηκε, όπως στο Μάγρεμπ, μια διαδοχή ξηρών και σχετικά υγρών φάσεων: τα παλαιοκλίματα αυτά εξηγούν ορισμένα χαρακτηριστικά της τροποποίησης του εδάφους και τη σημερινή βλάστηση και πανίδα. Από αρκετές χιλιετίες η Σαχάρα έφτασε στο στάδιο του ερημικού κλίματος, το ποσοστό βροχών του οποίου είναι πάντοτε κατώτερο των 200 χιλιοστών ετησίως, αλλά παραμένει γενικά πολύ πιο κάτω από αυτό το όριο. Από την άλλη μεριά, οι μέσες έχουν αρκετά σχετική τιμή, επειδή οι βροχές είναι πάρα πολύ ακανόνιστες: στις ετήσιες βροχοπτώσεις της Ταμανρασέτ παρατηρήθηκαν μεταβολές από 5 έως 159 χιλιοστά. Η εξαιρετική ηπειρωτικότητα του κλίματος εκδηλώνεται με μεγάλη ατμοσφαιρική ξηρασία και με αξιοσημείωτες θερμικές διακυμάνσεις, τόσο ημερήσιες όσο και εποχιακές· χειμώνες σύντομης διάρκειας αλλά αρκετά ψυχροί (στη Γαρντάια, τον Ιανουάριο, παρατηρούνται μέσες ελάχιστες 4-5°C με απόλυτες ελάχιστες κάτω από τους –3°C), καλοκαίρια καυτά (τον Ιούλιο, οι μέσες μέγιστες φτάνουν τους 40,8°C στην Τουγκούρτ, με απόλυτες μέγιστες τιμές 50°C).
Οι συνθήκες αυτές αντανακλούν την τυπική διαμόρφωση των ερημικών τοπίων. Οι κοίτες των ουιντιάν και μερικές κοιλάδες μαρτυρούν πιο υγρές εποχές· οι αύλακες αυτές ωστόσο δεν φτάνουν στη θάλασσα, αλλά συγκλίνουν σε βαθύπεδα, γεγονός που δείχνει ότι επρόκειτο ανέκαθεν για ενδορροϊκές παροχές.
Η εξέλιξη του κλίματος τις αποξήρανε και από χιλιάδες χρόνια το υδρογραφικό δίκτυο της Σαχάρας είναι ένα δίκτυο απολιθωμένο. Σε αυτό προστίθενται τα ειδικά στοιχεία των διαφόρων τύπων ερήμου: οι χαμάντα (τασίλι στη γλώσσα των Τουαρέγκ), εκτεταμένα υψίπεδα με πετρώδη τμήματα, σαρωμένα από τους ανέμους, οι ρεγκ, μεγάλες εκτάσεις από πέτρες και γωνιώδη χαλίκια, οι εργκ, καλύψεις λεπτών φερτών υλών που συσσωρεύτηκαν στα βαθύπεδα.Η διαφορά των κλιματικών συνθηκών μεταφράζεται στην πολλαπλότητα των τύπων βλάστησης. Το δυτικό Τελ παρουσιάζει μια αραιή μεσογειακή βλάστηση, με λόχμες αγριελιάς και συστάδες σχίνων. Τα βουνά διατηρούν αραιά δάση, λίγο ή πολύ εκτεταμένα, από πουρνάρια, από συνδυασμούς του είδους της δρυός και από πεύκα. Αλλά, παρά την αραίωση και την αποψίλωση για τη δημιουργία εδαφών για καλλιέργεια, τα πιο ωραία αλγερινά δάση βρίσκονται στα ανατολικά. Εκεί, αν οι ασβεστολιθικές ζώνες χαρακτηρίζονται από μεσογειακά είδη ανάλογα με εκείνα της δυτικής περιοχής, οι αρχαίοι όγκοι των Καβυλιών και οι νουμιδικοί ψαμμίτες των ανατολικών περιοχών έχουν σπουδαία δάση από φελλόδρυες, που εναλλάσσονται συχνά με τα παραθαλάσσια πεύκα, καθώς και διάφορους τύπους φυλλοβόλων δέντρων.Το αλγερινό υδρογραφικό δίκτυο είναι περιορισμένο στις βόρειες πλευρές του Τελ. Ωστόσο, διακρίνονται γενικά τρεις ζώνες: εκείνη των υδάτινων ρευμάτων που εκβάλλουν στη Μεσόγειο, η ενδορροϊκή των Υψηλών Πεδιάδων και η σαχαριανή.
Οι μεσογειακές πλευρές είναι οι μοναδικές που έχουν ποταμούς με μόνιμα νερά, έστω και με πολύ χειμαρρώδη χαρακτηριστικά. Οι ποταμοί αυτοί ρέουν σε εγκιβωτισμένες τεκτονικές κοιλάδες και μεγάλο μέρος του ρου τους ακολουθεί πορεία παράλληλη με την ακτή.
Εκτός από τον Σελίφ, που έχει ρου μήκους περίπου 700 χλμ. και είναι ο μοναδικός ποταμός των Υψηλών Πεδιάδων που φτάνει στη θάλασσα, οι μεγαλύτεροι αλγερινοί ποταμοί είναι ο Ρούμελ, που διαρρέει την περιοχή της Κωνσταντίνης, και ο Σουμάν, που χωρίζει τη Μεγάλη Καβυλία από τη Μικρή. Στο εσωτερικό, η υδρογραφία γίνεται ολοένα και πιο φτωχή και κατακερματισμένη, όταν δεν εξαφανίζονται τελείως οι αύλακες ροής λόγω της μεγάλης σπανιότητας των βροχοπτώσεων.Το Τελ στη Μεσόγειο. Η περιοχή του Τελ αποτελεί μια λωρίδα αναγλύφων που προχωρεί παράλληλα με τη μεσογειακή ακτή, υψώνοντας ένα ορεινό φράγμα κατά μήκος της θάλασσας, με μέτριο υψόμετρο (μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις ξεπερνά τα 2.000 μ.), αλλά η συνέχειά του επηρεάζει σημαντικά τη φυσική καθώς και την ανθρώπινη γεωγραφία. Στην πατροπαράδοτη ορολογία, ο χαρακτηρισμός του Τελ έχει βιογεωγραφική σημασία· αποδίδεται πράγματι σε μια χώρα, στην οποία είναι δυνατή η γεωργία χωρίς άρδευση και όπου οι νομάδες βρίσκουν καλοκαιρινούς βοσκότοπους. Το Τελ (που ονομάζεται επίσης και Τελιανός Άτλαντας) διακρίνεται καθαρά από την καθαυτό περιοχή του Άτλαντα, η οποία αποτελείται από τις Υψηλές Πεδιάδες (Ηauts Ρlateaux) και από τον Σαχαριανό Άτλαντα. Η ορεογένεσή του, που άρχισε στο ηώκαινο, έφτασε τις σημερινές μορφές στην τελευταία φάση της αλπικής συρρίκνωσης, στη μειοπλειοκαινική φάση, δημιουργώντας το πιο περίπλοκο δομικό περιβάλλον της βόρειας Αφρικής. Το περίπλοκο αυτό περιβάλλον εξηγεί την ποικιλία των μορφών στα βουνά που αποτελούν το Τελ και, πιο απλά, τις διαφορές ανάμεσα στη δυτική και στην ανατολική ζώνη. Το δυτικό Τελ (στα δυτικά του Αλγερίου) σχηματίζει μια στενή λωρίδα, της οποίας οι σύντομες παράλληλες με την ακτή αλυσίδες είναι διατεταγμένες σύμφωνα με αρκετά απλή μορφή, που επιτρέπει τη διάκριση μιας παράκτιας αλυσίδας, με επικράτηση ασβεστολιθικών όγκων με απόκρημνες μορφές και μια εσωτερική αλυσίδα, με τον σπουδαίο όγκο του Ουαρσένις (1.985 μ.).
Το δυτικό Τελ ορίζεται στα νότια από μια λωρίδα υψιπέδων (μεταξύ 900 και 1.600 μ.) που, εξαιτίας της άλλοτε πεδινής και άλλοτε κυματοειδούς όψης τους, της μεγάλης ποικιλίας τοπογραφικών ανωμαλιών και τέλος του κλίματος, διακρίνονται καθαρά από τις στεπικές Υψηλές Πεδιάδες του εσωτερικού.
Πιο περίπλοκο είναι αντίθετα το ανατολικό Τελ, επειδή περιλαμβάνει, μεταξύ Αλγερίου και Ανάμπα, μια σειρά από παράκτιους ορεινούς όγκους (ανάμεσα στους οποίους οι πιο γνωστοί είναι η Μεγάλη και η Μικρή Καβυλία), που αποτελούνται από αρχαία πετρώματα τα οποία πλευρίζονται από πιο πρόσφατες αλυσίδες· η ασβεστολιθική των Μπαμπόρ, που δεσπόζει στον κόλπο της Μπετζάια, και η μεγαλειώδης σιέρα, ασβεστολιθική και αυτή, του Τζουρτζούρα (2.308 μ.). Κοντά στα σύνορα με την Τυνησία απαντάται ένα διαφορετικό ορεογενετικό στιλ, εκείνο της νουμιδικής αλυσίδας (που προχωρεί στην Κρουμιρία, στην Τυνησία)· με μέτριο ύψος (1.300 μ.), αποτελούμενη από λίγο ανθεκτικά υλικά (άργιλοι και μάργες) ισχυρά πτυχωμένα, οφείλει την ιδιόρρυθμη τοπογραφία της στους νουμιδικούς ψαμμίτες του ολιγοκαίνου που την καλύπτουν κατά μεγάλο μέρος. Το ανατολικό Τελ δεν παρουσιάζει προς τα νότια μια σειρά υψιπέδων όμοια με εκείνη του δυτικού Τελ· περίπου στο ύψος της Κωνσταντίνης, τα ισχυρά πτυχωσιγενή ανάγλυφά του περνούν απευθείας στα πιο απλά, κυματοειδή ανάγλυφα των Υψηλών Πεδιάδων.
Στο αλγερινό Τελ ανοίγουν μικρά τεκτονικά βαθύπεδα ή ποτάμιες κοιλάδες, οι οποίες, γεμισμένες με τις προσχώσεις, έχουν πάρει την όψη μικρών πεδιάδων. Το τμήμα στο οποίο είναι πιο πολυάριθμες είναι το δυτικό. Μερικές από τις πεδιάδες αυτές είναι παράκτιες, όπως η σέμπχα του Οράν και η πεδιάδα καθίζησης της Μάκτα, κόλπος γεμισμένος με προσχώσεις. Άλλες βρίσκονται στο εσωτερικό, όπως οι τεκτονικές λεκάνες της Μάσκαρα, της Σίντι Μπελ Αμπές, της Τλέμσεν. Τέλος, υπάρχει ένας μακρύς διάδρομος που αποτελείται από τη διαμήκη κοιλάδα του Σελίφ, στην οποία ανοίγει μια ολόκληρη σειρά μικρών λεκανών, όπως εκείνη της Ελ-Ασνάμ. Αλλά η σπουδαιότερη πεδιάδα όλης της περιοχής του Τελ βρίσκεται πίσω από το Αλγέρι: είναι η Μιτίτζα, μήκους περίπου 90 χλμ., περιοχή καθίζησης, όπου μια στενή λωρίδα λόφων, η Σάχελ του Αλγερίου, και ο παλαιοζωικός ορεινός όγκος της Μπουζαρέα χωρίζουν από τη θάλασσα. Στο ανατολικό Τελ ανοίγουν οι πυθμένες μερικών χαμηλών κοιλάδων, όπως εκείνη του Σουμάν, και η πεδιάδα της Ανάμπα, προσχωσιγενής περιοχή που μπορεί να συγκριθεί σε έκταση με τη Μιτίτζα. Η διάταξη των αναγλύφων του Τελ εξηγεί τα χαρακτηριστικά της ακτής, βραχώδους και φτωχής σε φυσικά καταφύγια, τον κατακερματισμό της υδρογραφίας που, με εξαίρεση το μακρύ και περίπλοκο Σελίφ, δεν έχει παρά μικρά υδάτινα ρεύματα με χειμαρρώδη χαρακτήρα και, τέλος, τη δυσκολία επικοινωνίας ανάμεσα στην ακτή και στο εσωτερικό.
Οι Υψηλές Πεδιάδες και ο Σαχαριανός Άτλαντας. Αφού ξεπεραστούν τα ανάγλυφα του Τελ, το τοπίο αλλάζει ριζικά· κυριαρχούν οι ομοιόμορφες πεδιάδες, η μονοτονία των οποίων μεγαλώνει από τη στεπική βλάστηση. Έτσι εμφανίζονται οι Υψηλές Πεδιάδες προπάντων στο δυτικό τους τμήμα, ανάμεσα στα σύνορα με το Μαρόκο και τη λεκάνη του Χόντνα, με μήκος, από τα δυτικά στα ανατολικά, 500 χλμ., και πλάτος που κυμαίνεται ανάμεσα στα 100 και στα 180 χλμ. Το υψόμετρο, που στα δυτικά είναι 1.100-1.200 μ., ελαττώνεται προς τα ανατολικά έως τα 600-800 μ. Κλεισμένες ανάμεσα σε πιο ψηλές περιοχές, βρίσκονται πεδιάδες πλήρωσης, που δημιουργήθηκαν πάνω σε μια βάση ελαφρώς πτυχωσιγενών πετρωμάτων, η δομή των οποίων είναι όμοια με εκείνη του Σαχαριανού Άτλαντα.
Στο ανατολικό τμήμα, οι Υψηλές Πεδιάδες προσφέρουν διαφορετική όψη: ποικίλλουν σε υψόμετρο μεταξύ 800 και 1.000 μ., παρουσιάζουν κυματώσεις και διασχίζονται από αλυσίδες, ισχυρά διαβρωμένες, όπως το Τζέμπελ Ουένζα· και εδώ, σε όλες τις περιπτώσεις, τα βαθύπεδα (πρόκειται για στενές κοιλάδες ή για πολύ πλατιά σύγκλινα) γέμισαν από τεράστιες μάζες φερτών υλών, η ίσια επιφάνεια των οποίων δημιουργεί τοπία πεδιάδας. Στις περιοχές αυτές, και ιδιαίτερα στις δυτικές Υψηλές Πεδιάδες, η ξηρασία του κλίματος δημιουργεί ένα ενδορροϊκό υδρογραφικό καθεστώς: οι ποταμοί, χωρίς διαβρωτική δύναμη, και η ακανόνιστη πορεία τους δημιουργούν πλαγιές με μικρή κλίση· τα νερά ενώνονται ύστερα στα βαθύπεδα, τα σέμπχα, όπου εξατμίζονται αφήνοντας μια κρούστα αλμυρών εδαφών, τα σοτ, στα οποία φυτρώνουν αλόφιλα φυτά.
Στη νότια παρυφή των Υψηλών Πεδιάδων υψώνεται ένα δεύτερο ασυνεχές ορεινό φράγμα, λιγότερο ευρύ από εκείνο του Τελ: ο Σαχαριανός Άτλαντας. Αυτή είναι η πιο νότια συρρικνωμένη περιοχή του Μάγρεμπ καθώς και η πιο αρχαία· δημιουργήθηκε στο ηώκαινο, κατά τη διάρκεια της πρώτης φάσης της αλπικής ορεογένεσης (πυρηναϊκή φάση). Γι’ αυτό υπέστη μακρά διάβρωση που διέλυσε τις αρχαίες πτυχώσεις μετατρέποντάς τες σε πολυάριθμες, μικρές ορεινές αλυσίδες: όρη των Ξουρ, ορεινός όγκος του Ξελ και όρη των Ουλάντ Ναΐλ, τα οποία είναι μάλλον ερείπια ορέων, οι ψαμμιτικές και ασβεστολιθικές κορυφές των οποίων δεν φτάνουν γενικά τα 2.000 μ. παρά μόνο κοντά στα μαροκινά σύνορα.
Στα ανατολικά των λαιμών της Ελ-Καντάρα, του κυριότερου περάσματος ανάμεσα στο αλγερινό Μάγρεμπ και στη Σαχάρα, τα υψόμετρα αυξάνονται αξιοσημείωτα στο Τζέμπελ Ορές, το πιο επιβλητικό βουνό της Α. (2.326 μ.). Λόγω της επικράτησης ιουράσιων επικαλύψεων, της διάταξης της υδρογραφίας του σε μακρές παράλληλες κοιλάδες που ενώνονται με εγκάρσιους λαιμούς, το Ορές είναι ένα βουνό του ίδιου τύπου με τις αλυσίδες του Σαχαριανού Άτλαντα, αλλά η μεγαλοπρέπειά του τονίζεται από τα βαθύπεδα που το περιβάλλουν. Οι κορυφές του με τις ογκώδεις μορφές δεσπόζουν από 1.500 μ. στο βαθύπεδο του Χόντνα στα βορειοδυτικά έως πάνω από 2.000 μ. στο βαθύπεδο των μεγάλων νότιων σοτ.
Η Σαχάρα: ένα αρχαίο τοπίο ισοπεδωμένο από τη διάβρωση. Από τεκτονική άποψη, η αλγερινή Σαχάρα ανήκει στην αρχαία αφρικανική μάζα, ένα ηπειρωτικό σύνολο από τα πιο αρχαία της Γης. Και, εκτός από μερικές ορεινές ζώνες, η καταθλιπτική ομοιομορφία του τοπίου οφείλεται τόσο στην αρχαιότητα αυτή, όσο και στην επίδραση του κλίματος. Η μάζα αποτελείται, πράγματι, από ένα συγκρότημα προκάμβριων πετρωμάτων, με επικράτηση γνεύσιων και μαρμαρυγιοσχιστών, που περιλαμβάνουν αρχαίες λάβες και ογκώδεις διεισδύσεις γρανιτών. Ορεογενετικές κινήσεις την επηρέασαν κατά τις πιο αρχαίες εποχές, αλλά τα αρχαία ανάγλυφα ισοπεδώθηκαν και η σαχαριανή κρηπίδα παρέμεινε σταθερή από το παλαιοζωικό. Τα πιο πρόσφατα και πιο αποφασιστικά για τη δημιουργία του σημερινού ανάγλυφου γεωλογικά φαινόμενα αποτελούνται από θαλάσσιες επικλύσεις: για μεγάλες περιόδους η θάλασσα κάλυψε λίγο ή πολύ εκτεταμένα τμήματα της κρυσταλλοπαγούς μάζας, από τα τέλη ήδη του προκαμβρίου. Οι ζώνες αυτές περιορίστηκαν στη συνέχεια στο δευτερογενές και στο τριτογενές. Οι συνέπειες των επικλύσεων αυτών είναι ορατές στον γεωλογικό χάρτη: η κρυσταλλοπαγής μάζα αναδύεται μονάχα στους ορεινούς όγκους, ιδιαίτερα στο Αχαγκάρ. Σε όλα τα χαμηλά τμήματα η θάλασσα εναπόθεσε ιζηματογενή στρώματα (σχίστες και παλαιοζωικούς ψαμμίτες).
Κατά το τριτογενές συσσωρεύτηκαν στο βόρειο τμήμα, που δεν ήταν καλυμμένο από τη θάλασσα, ηπειρωτικά ιζήματα αποσπασμένα από τον Άτλαντα και στη συνέχεια νεογενή ιζήματα.
Η γεωλογική αυτή ιστορία είχε σπουδαίες συνέπειες: εκτός από το Αχαγκάρ (2.918 μ.), η αλγερινή Σαχάρα είναι μια γενικά χαμηλή έκταση (με ύψος λιγότερο των 500 μ.), μερικές φορές κάτω από τη στάθμη της θάλασσας στα μεγάλα σοτ, και προσφέρει τοπίο με απόλυτη μονοτονία. Οι ιζηματογενείς επικαλύψεις, με πάχος αρκετών χιλιάδων μέτρων, περιέχουν υδάτινες φλέβες που τροφοδοτούνται από τις αραιές βροχές· και η δομή τους είναι τέτοια που οι φλέβες αυτές, οι οποίες περιλαμβάνονται συχνά ανάμεσα σε δύο στρώματα διαπερατών εδαφών, ρέουν αργά προς προνομιούχες ζώνες, όπου αναδύονται πηγές, γύρω από τις οποίες σχηματίζονται οι οάσεις.
Από τα γεωτεκτονικά χαρακτηριστικά εξαρτάται, τέλος, και η ύπαρξη εκείνων των κοιτασμάτων πετρελαίου που αποτελούν σήμερα τη μεγάλη πηγή πλούτου της αλγερινής Σαχάρας.Ο πληθυσμός της Α., όπως και όλης της περιοχής του Μάγρεμπ, αποτελείται από Άραβες και Βέρβερους. Οι Βέρβεροι εκπροσωπούν το αυτόχθονο στοιχείο της περιοχής, μολονότι τα εθνικά χαρακτηριστικά τους έχουν υποστεί αλλαγές, και αποτελούν το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού.
Παρ’ όλα αυτά οι Βέρβεροι, αφού οικειοποιήθηκαν τη μουσουλμανική θρησκεία των Αράβων κατακτητών, έχουν σε μεγάλο τμήμα τους αφομοιωθεί στο αραβικό στοιχείο, από το οποίο έχουν υιοθετήσει, εκτός από τη θρησκεία, τη γλώσσα και τα έθιμα. Μονάχα ένα τμήμα τους, ίσως λιγότερο από το 1/3 του συνολικού βερβερικού πληθυσμού, που παρέμεινε απομονωμένο σε δυσπρόσιτες ορεινές περιοχές, διατήρησε τις εθνικές διαλέκτους και τις αρχαίες παραδόσεις. Οι δύο μεγαλύτερες βερβερόφωνες ομάδες κατοικούν στην ανατολική Α. και είναι η ομάδα Ορές και η ομάδα της Καβυλίας. Η τελευταία διατηρεί υπολείμματα της αρχαίας πολιτικής και κοινωνικής της οργάνωσης, ενώ μια βερβερόφωνη ομάδα της δυτικής Α. κατοικεί στα παράκτια βουνά ανάμεσα στο Σερσέλ και στο Τενές. Άλλες μικρές ομάδες είναι διασκορπισμένες στον Άτλαντα της Μπλίντα, στο ανατολικό Ουαρσένις και κοντά στα σύνορα με το Μαρόκο.
Στην αλγερινή Σαχάρα, από τους πρώτους ακόμα αιώνες της χριστιανικής εποχής, τον πληθυσμό αποτελούσαν μαύρες φυλές και εθνικές ομάδες λευκών, ανάμεσα στις οποίες συγκαταλέγεται και η πολύ λίγο γνωστή ομάδα των Γκαραμάντι που κατά τη νεολιθική εποχή (όταν μεγάλα τμήματα της σημερινής ερήμου ήταν ακόμα σαβάνες) κατοικούσαν ανάμεσα στο Φεζάν και το Τασίλι Ουά-ν-Αχαγκάρ. Μετά τη διείσδυση των Ρωμαίων μέχρι και στα υψίπεδα, οι νομάδες απωθήθηκαν στα νότια, προς την πλευρά της ερήμου, όπου από τότε ζουν μόνιμα. Αρκετές επίσης από τις βερβερικές ομάδες που κατοικούν στην αλγερινή Σαχάρα διατηρούν την αρχική τους γλώσσα. Οι πιο σημαντικές ομάδες είναι των Μζαμπιτών, που κατοικούν στις οάσεις του Μζαμπ (βορειοδυτικά της Γαρντάια), και των Τουαρέγκ που κατοικούν στον ορεινό όγκο Αχαγκάρ.
Οι Άραβες που ήρθαν στην Α. από την Ανατολή τον 7ο αι. μ.Χ. ήταν μάλλον ολιγάριθμοι. Η διαδικασία του προσηλυτισμού των Βερβέρων στη θρησκεία των κατακτητών άρχισε πολύ γρήγορα και συνεχίστηκε για περίπου τρεις αιώνες. Όμως, η πιο μαζική εγκατάσταση των Αράβων στη χώρα πραγματοποιήθηκε τον 11ο αι. όταν εισέβαλαν στη βόρεια Αφρική οι μεγάλες αραβικές νομαδικές φυλές των Μπενί Χιλάλ, οι οποίες, αφού κατέλαβαν την Α., κατέστρεψαν ό,τι είχε απομείνει από τον ρωμαϊκό πολιτισμό και προκάλεσαν όχι μόνο ριζικές αλλαγές στην κοινωνική βερβερική οργάνωση, αλλά και μια οικονομική και πολιτιστική παρακμή από την οποία η χώρα δεν επανέκαμψε παρά μετά από πολλά χρόνια.Κατά τα πρώτα χρόνια της γαλλικής κατοχής (1830) ο πληθυσμός της Α. υπολογιζόταν σε περίπου τρία εκατομμύρια, αριθμός που μειώθηκε στη συνέχεια, εξαιτίας των μεγάλων πληθυσμιακών απωλειών που υπέστη η χώρα από την αντίσταση κατά των Γάλλων, από τη χολέρα, την ευλογιά και τον τύφο και από τον λιμό που ακολούθησε τα πολεμικά συμβάντα. Έτσι φαίνεται ότι το 1856 ο πληθυσμός δεν ξεπερνούσε τους 2.350.000 κατ. και συνέχισε να μειώνεται περίπου μέχρι το 1872.
Από τότε, αφού σταθεροποιήθηκε η ειρήνη και πραγματοποιήθηκε σταδιακά η βελτίωση της υγειονομικής περίθαλψης και των όρων διατροφής, ο πληθυσμός της Α. εισήλθε σε στάδιο ταχείας αύξησης (πρέπει οπωσδήποτε να λάβουμε υπόψη ότι η χώρα που βρισκόταν υπό γαλλική κατοχή όλο και επεκτεινόταν). Ο αριθμός των κατοίκων έφτασε τους 3.560.000 το 1891 και τους 4.740.000 το 1911. Ακολούθως, ο ετήσιος δείκτης δημογραφικής ανάπτυξης όλο και ανέβαινε (από 1,6% στην περίοδο 1926-31 σε 2,2% στην περίοδο 1931-36), για να σταθεροποιηθεί κατόπιν γύρω στο 2%. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο πραγματοποιήθηκε αξιοσημείωτη πληθυσμιακή έκρηξη (3% τον χρόνο) και είχε ως αποτέλεσμα τον διπλασιασμό του πληθυσμού, σε σχέση με τον προπολεμικό του αριθμό. Έτσι, παρά τις στρατιωτικές και πολιτικές περιπέτειες για την ανεξαρτησία της χώρας (1962) και την αποχώρηση ενός εκατομμυρίου Γάλλων, κατά την απογραφή του 1966 η Α. αριθμούσε 11.822.000 κατοίκους.
Η αύξηση του πληθυσμού δεν ανακόπηκε μετά την ανεξαρτησία. Ο ετήσιος δημογραφικός δείκτης ήταν περίπου 3,2% ετησίως, με αποτέλεσμα να φτάσει ο πληθυσμός τα 15.266.000 άτομα (1975). Η τάση αυτή συνεχίστηκε και το 2002 ο πληθυσμός ήταν 32.277.942 άτομα, με πυκνότητα 14 κάτ. ανά τ. χλμ., ετήσια αύξηση του πληθυσμού της τάξης του 1,7% και προσδόκιμο ζωής τα 68,9 χρόνια για τους άντρες και τα 71,7 για τις γυναίκες.
Η υγειονομική περίθαλψη στη χώρα νοσεί ακόμα. Παρότι η ελονοσία έχει καταπολεμηθεί σε μεγάλο βαθμό, υπάρχουν δύο αρρώστιες που είναι ακόμα πολύ διαδεδομένες στην Α.: τα τραχώματα, από τα οποία μαστίζεται ο πληθυσμός της Σαχάρας, και η φυματίωση. Η τόσο άνιση γεωγραφική κατανομή του πληθυσμού είναι άμεσα συνδεδεμένη με την κλιματική υποδιαίρεση της χώρας σε περιοχές με διαφορετικά χαρακτηριστικά, από άποψη κλιματικών συνθηκών· έτσι, σχεδόν το 25% του πληθυσμού ζει στο δυτικό Τελ, περισσότερο από το 35% στο ανατολικό, 15% στην περιφέρεια του Αλγερίου, 12% στις Υψηλές Πεδιάδες και στον Δυτικό Σαχαριανό Άτλαντα, 7% στις Υψηλές Πεδιάδες και στον Ανατολικό Σαχαριανό Άτλαντα και μόνο το 6% στη Σαχάρα.
Η πληθυσμιακή πυκνότητα –αν εξαιρέσουμε την πρωτεύουσα– ποικίλλει με έναν μέσο όρο 100 κάτ. ανά τ. χλμ. στο ανατολικό Τελ, πάνω από 160 στην Καβυλία, για να φτάσει το 1 άτομο στις αχανείς εκτάσεις της Σαχάρας. Ο πληθυσμός της ερήμου είναι σε μεγάλο μέρος του συγκεντρωμένος στις οάσεις του βορρά, και κυρίως σε αυτές που βρίσκονται κοντά στα κέντρα παραγωγής πετρελαίου και μεθανίου. Παρουσιάζει, όμως, τάσεις μείωσης εξαιτίας της εγκατάλειψης των παραδοσιακών δραστηριοτήτων (νομαδική κτηνοτροφία, γεωργία).Περίπου το ήμισυ του αλγερινού πληθυσμού είναι ακόμα βαθιά συνδεδεμένο με την αγροτική ζωή και την κτηνοτροφία, η οποία ασκείται κυρίως σε χωριά. Κατά μήκος της παράκτιας περιοχής, όπου η γαλλική επιρροή υπήρξε πιο έντονη, κυριαρχεί το κλασικό μεσογειακό χωριό, χτισμένο συνήθως σε βουνοπλαγιές και αποτελούμενο από χαμηλά πέτρινα σπίτια, των οποίων τα δωμάτια βρίσκονται σε παράλληλη διάταξη με στέγη σε δύο κεκλιμένα επίπεδα. Πολύ διαδεδομένο είναι, ειδικά στην περιοχή του Μάγρεμπ, το σπίτι με ταράτσα ή με κυλινδρική στέγη (που χρησιμεύει για τη συλλογή νερού της βροχής, το οποίο διοχετεύεται κατόπιν σε μια υπόγεια στέρνα). Τα σπίτια είναι κατά κανόνα ενωμένα μεταξύ τους, ώστε να αποτελούν ένα συμπαγές οικοδομικό τετράγωνο, με εσωτερικές αυλές και στέγες που επικοινωνούν.
Όμως η αρχική βερβερική μορφή εγκατάστασης είναι το γκούρμπι. Αυτό περιλαμβάνει δύο ή περισσότερες οικογένειες, είναι χτισμένο συνήθως σε κυκλικό σχήμα και έχει μια μεγάλη αυλή που περιβάλλεται από επικλινείς τοίχους και από τα γύρω σπίτια. Οι κατοικίες είναι πάρα πολύ απλές, με πέτρινους τοίχους, χωρίς τσιμεντοκονίαμα και σκεπές από καλάμια που κλίνουν ελαφρά προς την εσωτερική αυλή, η οποία τη νύχτα χρησιμεύει ως κατάλυμα για τα ζώα.
Στις πλαγιές του Σαχαριανού Άτλαντα κάνει την εμφάνισή του ο χαρακτηριστικός οικισμός των οάσεων, που αποτελεί και το μοναδικό σχήμα μόνιμης εγκατάστασης στην αλγερινή Σαχάρα. Ο οικισμός αυτός συναντάται στα άκρα των οάσεων, των οποίων το κυρίως τμήμα καταλαμβάνεται από τις καλλιέργειες. Τα χαμηλά ομοιόμορφα σπίτια με τη φτωχική όψη (οι μόνιμα εγκατεστημένοι κάτοικοι των οάσεων ήταν μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες υποτελείς ή σκλάβοι των νομάδων βοσκών) είναι χτισμένα κατά μήκος των στενών αλλά ομαλών δρόμων που οδηγούν στους αγρούς, ανάμεσα από πλίθινα χτίσματα και αρδευτικές τάφρους. Η κατασκευή του σπιτιού είναι πολύ απλή: ένα ή δύο δωμάτια, πολύ ευρύχωρα μερικές φορές, και μια κουζίνα προσανατολισμένη προς την απαραίτητη εσωτερική αυλή, λίγα παράθυρα που βλέπουν στον δρόμο και δωμάτια χτισμένα σε σκιερό μέρος, ώστε να διατηρούν κάποια δροσιά το καλοκαίρι. Στο τμήμα που βρίσκεται γύρω από τις οάσεις, και κατά μήκος των δρόμων που ακολουθούν τα καραβάνια, στρατοπεδεύουν οι νομάδες.
Μια ξεχωριστή, ολότελα καινούργια, μορφή στον χώρο των οικισμών της Σαχάρας αποτελούν, τέλος, οι πρωτοποριακές πόλεις: πρόκειται για κέντρα που έχουν χτιστεί στις έρημους, κοντά στα πετρελαιοφόρα κοιτάσματα, και τα οποία προορίζονται για το μη αφρικανικό προσωπικό (κυρίως διευθυντές, τεχνικούς και ειδικευμένους τεχνίτες). Οι οικισμοί αυτοί παρέχουν όλα τα μέσα αστικής εξυπηρέτησης (καταστήματα, εστιατόρια, εκκλησίες κλπ.).Οι πόλεις της Α. αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια της αποίκησής τους. Το 1886 κατοικούνταν μόνο κατά 7% από μουσουλμάνους (η τιμή δεν ξεπερνούσε το 18% ακόμα και το 1854), ενώ κατά συντριπτική πλειοψηφία τον πληθυσμό αποτελούσαν Ευρωπαίοι και εκγαλλισθέντες Εβραίοι. Από αυτές τις ξενικές επιρροές οι πόλεις διατηρούν ακόμη ολοφάνερα ίχνη, τόσο στο πολεοδομικό σχέδιο όσο και στον αρχιτεκτονικό ρυθμό. Η παράδοση διατηρείται στις σχετικά όχι πλούσιες πόλεις του Αλγερίου, της Μπετζάια και της Κωνσταντίνης. Μετά τη μαζική μετανάστευση των Ευρωπαίων (1962), οι Αλγερινοί εγκαταστάθηκαν στα μέρη που κατέχονταν από τους Ευρωπαίους, όπως π.χ. στα χωριά των αποίκων, που αποτελούσαν χώρο κλασικά ευρωπαϊκό, ο οποίος περιήλθε στους ντόπιους. Παρ’ όλα αυτά ο αστικός πληθυσμός αυξήθηκε αλματωδώς μέχρι που ξεπέρασε, το 1973, το 50% του συνόλου, ενώ το 1990 ήταν 44,7%. Αυτό ακριβώς το γεγονός αποτελεί και το πιο οξύ πρόβλημα για τα αστικά κέντρα της Α. Όσο υπήρχε το αποικιακό καθεστώς, τα εισοδήματα των κατοίκων των πόλεων προέρχονταν από αγροτικές πηγές, από επιχειρήσεις καθώς και από υπηρεσίες. Αποτελούσαν, με λίγα λόγια, μια προνομιούχα τάξη που μπορούσε να διατηρεί έναν τρόπο ζωής τυπικά ευρωπαϊκό. Όταν οι άποικοι εξαναγκάστηκαν σε μαζική μετανάστευση, εγκατέλειψαν τον χώρο που κατείχαν στον τοπικό πληθυσμό που δεν είχε τις ίδιες προσόδους.
Έτσι οι φτωχοί κάτοικοι της κάσμπα του Αλγερίου κατέλαβαν τα διαμερίσματα των Γάλλων. Επειδή όμως όλη αυτή η ανακατάταξη δεν συνοδεύτηκε από ανάλογη αύξηση στα εισοδήματα, η συντήρηση των σπιτιών που είχαν καταληφθεί έγινε προβληματική και, τις περισσότερες φορές, η ακίνητη περιουσία υπέστη μια αναπότρεπτη διαδικασία φθοράς και παρακμής. Η αρνητική αυτή κατάσταση οξύνθηκε ακόμα περισσότερο από τη μαζική μετανάστευση από την ύπαιθρο προς τις πόλεις, που πολλαπλασίασε τις πρόχειρες κατασκευές.
Οι κυριότερες πόλεις της Α., εκτός από την πρωτεύουσα Αλγέρι (βλ. λ.), είναι η Οράν (βλ. λ.), η Κωνσταντίνη (βλ. λ.), η Σετίφ (βλ. λ.), η Σκίκντη (βλ. λ.), η Τλέμσεν (βλ. λ.) και η Μπετζάια (βλ. λ.).Η Α. ανήκει στη μεγάλη οικογένεια των αναπτυσσόμενων χωρών, που βασίζονται κυρίως στον πρωτογενή παραγωγικό τομέα, με ανερχόμενο όμως και τον δευτερογενή. Η χώρα παρουσίασε το 2000 ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ) ύψους 171.000 εκατ. δολαρίων ΗΠΑ και κατά κεφαλήν εισόδημα 5.550 δολ., με ετήσια ανάπτυξη της τάξης του 1,6%. Η ανεργία έφτανε το 30% το 2000, ενώ ο πληθωρισμός κινήθηκε στο 19% στη δεκαετία 1990-99.
Η οικονομία της Α., παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπισε στην αρχή της ανεξαρτησίας και τις σοσιαλιστικές αναφορές της (αυτοδιαχείριση, εθνικοποιήσεις, συνεταιρισμοί κλπ.) κατάφερε να διατηρήσει τις σχέσεις της με τις ευρωπαϊκές χώρες και να λειτουργεί σε ένα φιλελεύθερο κλίμα. Στα μέσα της δεκαετίας 1980-90 εμφανίστηκαν τα πρώτα σοβαρά προβλήματα που οφείλονταν κυρίως στην κατάρρευση των τιμών του πετρελαίου, στη μεγάλη ανεργία που παρατηρήθηκε και στην εσωτερική αναστάτωση που προκλήθηκε με την ανάπτυξη των ισλαμιστών. Η κυβέρνηση στο πενταετές πρόγραμμά της (1990-94) έθεσε ως στόχους τη φιλελευθεροποίηση της οικονομίας με την ιδιωτικοποίηση ορισμένων από τις κρατικές επιχειρήσεις και την προσέλκυση ξένων επενδύσεων, ενώ παράλληλα ενεργούσε για τον περιορισμό των κρατικών δαπανών. Το πρόγραμμα αυτό δεν απέδωσε τους αναμενόμενους καρπούς και το εξωτερικό χρέος της χώρας αυξήθηκε σημαντικά, ενώ η οικονομία της αντιμετώπισε και νέα σοβαρά προβλήματα. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε τότε να προχωρήσει στην υποτίμηση του νομίσματος, στην αύξηση των επιτοκίων και στη δραστική περικοπή των δημοσίων δαπανών. Από τότε σταδιακά η οικονομία της χώρας προχωρά στα βήματα της ανάκαμψης.Περίπου το 23% του ενεργού πληθυσμού ασχολείται με τη γεωργία, της οποίας η συμμετοχή στην εθνική παραγωγή μόλις ξεπερνά το 8,6% (2002). Ο αριθμός των απασχολουμένων στον αγροτικό τομέα έχει μειωθεί αισθητά, συγκριτικά με τη δεκαετία του 1950 (το 1955 σύμφωνα με υπολογισμούς ανερχόταν σε 70,5% του συνολικού πληθυσμού), μετά τη μαζική έξοδο των αγροτών που κατέκλυσαν τις πόλεις ή μετανάστευσαν στο εξωτερικό (περίπου 2 εκατομμύρια Αλγερινοί ζουν στο εξωτερικό, κυρίως στη Γαλλία). Το 1971, η μεταρρύθμιση που είχε εξαγγελθεί πριν από δέκα χρόνια προσδιορίστηκε λεκτικά. Άρχισε τότε η αγροτική επανάσταση που αποσκοπούσε στην ικανοποίηση των αναγκών της φτωχής αγροτικής τάξης και στην εξισορρόπηση των εισοδηματικών διαφορών ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο. Η μεταρρύθμιση επομένως είχε διπλό στόχο: αφενός να βρει μια σοσιαλιστική λύση και αφετέρου να επιταχύνει την πρόοδο της αγροτικής τάξης. Μετά το ξεκίνημα της εντατικής εκμετάλλευσης των γαιών που είχαν απαλλοτριωθεί και την καλλιέργεια εδαφών σύμφωνα με τη σύγχρονη τεχνολογία, δημιουργήθηκαν χιλιάδες συνεταιρισμοί καθώς και πολλά σοσιαλιστικά χωριά. Πρόκειται για μια προσπάθεια που δεν αποσκοπεί απλώς και μόνο στην οικονομική ανάπτυξη, αλλά βασίζεται σε μια μεγάλη κινητοποίηση στο πλαίσιο της οποίας εντάσσεται π.χ. η εθελοντική εργασία των σπουδαστών στους αγρούς. Η αυτοδιευθυνόμενη περιοχή δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η περιοχή που ανήκε πριν στους αποίκους, η οποία άρχισε να αυτοδιοικείται με τα νομοσχέδια του Μαρτίου 1963, που ρύθμιζαν νομικά τη χρήση όλων των περιουσιακών στοιχείων που εγκαταλείφθηκαν από τους Ευρωπαίους. Σε αυτά προστέθηκαν και τα περιουσιακά στοιχεία Αλγερινών, τα οποία εθνικοποιήθηκαν για πολιτικούς λόγους. Όλοι οι αγροτικοί οργανισμοί από τους οποίους απομακρύνθηκαν παλαιοί διευθυντές άρχισαν να διοικούνται από τους ίδιους τους εργαζομένους. Έτσι γεννήθηκε το σύστημα αυτοδιαχείρισης που επικυρώθηκε από τον Εθνικό Οργανισμό για την αγροτική μεταρρύθμιση. Μετά τις αρχικές απογοητεύσεις που οφείλονταν στην πτώση της απόδοσης των υπό αυτοδιαχείριση γαιών και στην έλλειψη τεχνικών στελεχών, η κατάσταση βελτιώθηκε. Από τη μελέτη του τρόπου ζωής των ντόπιων προκύπτει ότι η χώρα δεν χαρακτηρίζεται από έναν ομοιόμορφο τύπο αγροτικής καλλιέργειας, αλλά από ποικίλες καλλιέργειες. Η πολλαπλότητα αυτή είναι κληρονομιά της εποχής των αποίκων. Από την ποιμενική ζωή διαφόρων τύπων και αποχρώσεων μεταβαίνουμε στην πιο τελειοποιημένη αγροτική καλλιέργεια.
Για να αποφευχθεί η επέκταση της ερήμου τέθηκε σε εφαρμογή, το 1974, το σχέδιο Πράσινο Εμπόδιο, που συνεχίστηκε για 20 χρόνια και το οποίο είχε ως αντικειμενικό σκοπό τη δημιουργία ενός δάσους από ευκαλύπτους και πεύκα πλάτους 20 χλμ. και μήκους 1.400 χλμ. Το δάσος καλύπτει τα σύνορα με την Τυνησία, φτάνει μέχρι την παραμεθόριο περιοχή με το Μαρόκο και καταλαμβάνει μια πελώρια έκταση στην καρδιά της στέπας, στα πρόθυρα της Σαχάρας.
Οι κάτοικοι των οάσεων της Σαχάρας στο μεγαλύτερο τμήμα τους είναι μόνιμοι κάτοικοι και όχι νομάδες. Αν εξαιρέσουμε τη μικρή ομάδα των Τουαρέγκ που ζει καλλιεργώντας μικρούς λαχανόκηπους (αρέμ) στις κοιλάδες του Αχαγκάρ, το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων βρίσκεται σε εκτεταμένα φοινικοδάση ή σε οικισμούς που αποτελούνται από σπίτια με επίπεδες στέγες ή με θολωτές σκεπές (στο Σουφ), που είναι γνωστά με το όνομα ξουρ. Πρόκειται για Βερβέρους αλλά και για χαρατίν, νέγρους ή μιγάδες, που είναι απόγονοι των σκλάβων, οι οποίοι είχαν εισχωρήσει πριν από πολλά χρόνια στις οάσεις. Οι οάσεις χαρακτηρίζονται από μια γεωργία που κυριαρχείται από αρδευτικές καλλιέργειες και περιλαμβάνει χουρμαδιές, οπωροφόρα δέντρα και κηπευτικά.
Στον Σαχαριανό Άτλαντα καθώς και στη Μεγάλη Καβυλία επιβιώνουν αρχαϊκές φόρμες μεσογειακής γεωργίας (η οποία βασίζεται στο κλασικό τρίπτυχο: δενδροκαλλιέργεια - δημητριακά - κτηνοτροφία).
Βασικές καλλιέργειες είναι τα δημητριακά, τα αμπέλια, οι ελιές και τα κηπευτικά. Ιδιαίτερα τα χειμερινά δημητριακά (σιτάρι, κριθάρι) έχουν μεγάλη σημασία, ενώ τα θερινά (αραβόσιτος, σόργο), που έχουν ανάγκη από μεγάλη ύδρευση, είναι λιγότερο διαδεδομένα. Σημαντικό πρόβλημα για την καλλιέργεια των δημητριακών αποτελούν οι σοδειές που δεν είναι τόσο αποδοτικές, λόγω των αντίξοων συνθηκών του περιβάλλοντος. Οι σιτοκαλλιέργειες είναι διαδεδομένες σε ολόκληρη την περιοχή του Τελ, όμως οι πιο παραγωγικές είναι οι αρδευόμενες περιοχές του Σελίφ, ενώ στις εσωτερικές πεδιάδες του Τλέμσεν, του Σίντι Μπελ Αμπές και της Μάσκαρα, εκτός από το σιτάρι, καλλιεργούνται και τα αμπέλια, οι ελιές και τα οπωροφόρα δέντρα.
Οι καλλιέργειες κηπευτικών, ακόμα και πρώιμων, είναι πολύ διαδεδομένες στις παραθαλάσσιες πεδιάδες. Τα ελαιόδεντρα καλλιεργούνται ευρύτατα στη χώρα και αποτελούν μάλιστα τυπική καλλιέργεια της βόρειας Α. και ιδιαίτερα της Καβυλίας και της περιοχής της Μπετζάια. Πολύ συνηθισμένες καλλιέργειες είναι οι συκιές, οι χουρμαδιές και τα εσπεριδοειδή.
Η παραγωγή κρασιού προορίζεται για εξαγωγή. Η αμπελοκαλλιέργεια, ήδη από τον 19ο αι., αποτελούσε μια τυπική απασχόληση των αποίκων.
Από τις βιομηχανικές καλλιέργειες σπουδαιότερες είναι η καπνοκαλλιέργεια και η βαμβακοκαλλιέργεια. Άλλα είδη που καλλιεργούνται στη χώρα με προορισμό τη βιομηχανική επεξεργασία είναι τα ζαχαρότευτλα και το ροζ γεράνι. Σε ολόκληρο το Μάγρεμπ είναι πολύ διαδεδομένη η εκτροφή αιγοπροβάτων επειδή τα ζώα αυτά αποτελούν βασικό παράγοντα της παραδοσιακής οικονομίας των φτωχών καλλιεργητών και τον μοναδικό πόρο ζωής των νομαδικών ή ημινομαδικών πληθυσμών. Τα βοοειδή εκτρέφονται μόνο στο Τελ, όπου η κτηνοτροφία έχει εκσυγχρονιστεί. Πολύ λίγο ανεπτυγμένη είναι η χοιροτροφία, ενώ τα μουλάρια και τα άλογα χρησιμεύουν ως ζώα εργασίας και ένα μέρος τους προορίζεται και για σφαγή. Τα γαϊδούρια και οι καμήλες είναι απαραίτητα για τη ζωή των νομάδων καθώς και για τους κατοίκους των οάσεων της Σαχάρας. Το ψάρεμα στη θάλασσα δεν καλύπτει τις καταναλωτικές ελλείψεις που δημιουργούνται από την ανεπάρκεια της κτηνοτροφίας. Στον τομέα της αλιείας τα δύο τρίτα των ψαριών που αλιεύονται είναι τόνοι και κυανόψαρα, γεγονός που προωθεί το πάστωμα και την κονσερβοποίηση. Τα κυριότερα αλιευτικά λιμάνια είναι το Μοσταγάνεμ, το Μπένι Σαφ, το Γκαζαουέτ, το Μπου Ισμαήλ, το Αλγέρι, το Σερσέλ και το Οράν.Από τον φοινικικό αποικισμό έως την αραβική κατάκτηση. Η αρχαιότατη ιστορία της Α. δεν διαχωρίζεται από την ιστορία του Μαρόκου και της Τυνησίας, που είναι χώρες με τις οποίες συνορεύει αντίστοιχα στα δυτικά και στα ανατολικά. Στο εσωτερικό της χώρας, στις ακτές της οποίας είχαν αποικίες οι Φοίνικες, κατοικούσαν φυλές Νουμιδών, Μάουρι (Μαυριτανών), Γετούλων, οι οποίοι είχαν δική τους ξεχωριστή γλώσσα και γραφή. Ένα τμήμα της χώρας κατελήφθη από την Καρχηδόνα, ενώ το υπόλοιπο τμήμα της κατά τον 3ο αι. π.Χ. βρισκόταν υπό Νουμιδούς φύλαρχους ή βασιλείς. Ήταν διαιρεμένη σε δύο βασίλεια: το βασίλειο των Μασσαισυλίων στα δυτικά, του οποίου ο βασιλιάς Σύφακας ήταν σύμμαχος της Καρχηδόνας, και το βασίλειο των Μασσυλίων στα ανατολικά, του οποίου ο βασιλιάς Μασσανάσης, αφού για μια χρονική περίοδο υπήρξε σύμμαχος της Καρχηδόνας, το 204 π.Χ. συμμάχησε με τους Ρωμαίους.
Ο Μασσανάσης (203-148 π.Χ.) επειδή βοήθησε τους Ρωμαίους να νικήσουν στη μάχη της Ζάμα, αναγνωρίστηκε από αυτούς βασιλιάς ολόκληρης της Νουμιδίας. Έναν αιώνα αργότερα ο Ιουγουρθικός πόλεμος που προκλήθηκε από τη σφαγή των Ιταλιωτών που κατοικούσαν στην Κίρτη αποτέλεσε την αρχή της παρακμής του βασιλείου· η δυτική Νουμιδία παραχωρήθηκε από τους Ρωμαίους στον βασιλιά των Μάουρι Βόκχο ως επιβράβευση για τη βοήθεια που τους προσέφερε, ενώ το βασίλειο της Νουμιδίας (ή ακριβέστερα η περιοχή των Μασσυλίων) παραχωρήθηκε στον Γαύδα, αδελφό του Ιουγούρθα.
Μετά τον θάνατο του Γαύδα (88 π.Χ.), βασίλεψε ο Ιεμψάλας, ο γιος του οποίου, Ιόβας Α’, συνέδεσε την τύχη του με τον Πομπήιο, τον οποίο και βοήθησε κατά τη διάρκεια των εμφυλίων πολέμων, νικήθηκε όμως από τον Καίσαρα στη Θάψο (46 π.Χ.) και η χώρα του τότε υποβιβάστηκε σε επαρχία με το όνομα Νέα Αφρική (Αfrica Νova). Ο γιος του Ιόβας τοποθετήθηκε το 25 π.Χ. στον θρόνο της Μαυριτανίας. Το νέο βασίλειο της Μαυριτανίας εκτεινόταν από τον ωκεανό μέχρι τα σύνορα με την επαρχία της Αφρικής, κάλυπτε ένα τμήμα της σημερινής Α., όπου και βρισκόταν η πρωτεύουσα του κράτους, με το όνομα Ιόλη, που μετονομάστηκε από τον Ιόβα Β’ σε Καισάρεια. Το 42 μ.Χ. ο Κλαύδιος υποβίβασε το βασίλειο σε επαρχία, διαιρώντας το σε δύο μέρη, τη Μαυριτανία Τιγγιτανή, που εκτεινόταν από τον ωκεανό μέχρι τον ποταμό Μουλούγια (Μολοχάθ), και τη Μαυριτανία Καισαρηνσία, που εκτεινόταν στα ανατολικά του ποταμού.
Η ιστορία των δύο επαρχιών, όμως, ήταν κοινή κατά το μεγαλύτερο μέρος της, όπως κοινή ήταν για αρκετές χρονικές περιόδους και η διοίκησή τους. Μετά τον Διοκλητιανό, η Καισαρηνσία αποτέλεσε τμήμα της διοίκησης της Αφρικής και διαιρέθηκε ξανά σε δύο τμήματα: στη Μαυριτανία Καισαρηνσία (δυτικό τμήμα) και τη Μαυριτανία Σιτιφιανή (ανατολικό τμήμα).
Ο μειωμένος έλεγχος, εξαιτίας της εξασθένησης της κεντρικής εξουσίας, αλλά κυρίως εξαιτίας της εισβολής των Βανδάλων που άρχισε το 429 μ.Χ., έθεσε ουσιαστικά τέλος στη ρωμαϊκή κυριαρχία. Οι Βάνδαλοι κυριάρχησαν σε μεγάλο τμήμα της χώρας, που αντιστοιχεί στη σημερινή Α. (κεντρική και ανατολική).
Τους Βανδάλους διαδέχτηκαν στην εξουσία, τον 6ο αι., οι Βυζαντινοί οδηγούμενοι από τον Βελισάριο (534), ο οποίος εκμεταλλεύτηκε τη διάλυση του βασιλείου των Βανδάλων που οφειλόταν, σε μεγάλο βαθμό, στον ανταρτοπόλεμο που είχαν εξαπολύσει οι βερβερικοί πληθυσμοί.
Αντίθετα, το δυτικό τμήμα διατηρήθηκε υπό τον έλεγχο της Μαυριτανίας. Αυτή η τάξη πραγμάτων έμεινε στην ουσία αδιασάλευτη για περίπου έναν αιώνα. Το 670 οι Άραβες, που ήδη από το 647 είχαν εμφανιστεί στην Τυνησία και στη δυτική Α. και οι οποίοι μέχρι τότε είχαν περιοριστεί σε έναν υπολογισμό των παρουσιαζόμενων δυνατοτήτων για την κατάκτηση της περιοχής, που οι ίδιοι ονόμασαν Μάγρεμπ (υπό το όνομα αυτό συμπεριλαμβάνονται το Μαρόκο, η Τυνησία και η Α.), οδηγούμενοι από τον Όκμπα ιμπν Νάφι, δεν συνάντησαν σοβαρή αντίσταση από τους Βυζαντινούς, αλλά αντιμετώπισαν το εμπόδιο του τοπικού πληθυσμού που απολάμβανε μια σχετική αυτονομία από τους Βυζαντινούς, την οποία ήθελε να διατηρήσει και με τους νέους κατακτητές. Ένας αρχηγός ορεινών αλγερινών φυλών του Ορές, ο Κουσαΐλα, επικεφαλής πολλών φυλών, κατατρόπωσε τις δυνάμεις του Νάφι, στα δυτικά της Μπίσκρα (683) και απελευθέρωσε το τμήμα της χώρας που αντιστοιχεί στη σημερινή Τυνησία και τη δυτική Α. Μετά την ήττα τους, όμως, οι Άραβες απέστειλαν αμέσως ένα στράτευμα από την Αίγυπτο, το οποίο ύστερα από μια μάχη σε ανοιχτό πεδίο, στη Σμπέιτλα, κοντά στο Καϊρουάν, έθεσε πάλι υπό έλεγχο (687) την περιοχή του ανατολικού Μάγρεμπ. Όμως η αντίσταση των Βερβέρων δεν κάμφθηκε και όταν, μετά από δέκα χρόνια, ένα μεγάλο αραβικό στράτευμα υπό τον Χασάν ιμπν αλ-Νουμάν αλ-Γασάνι επιτέθηκε στη χώρα, συνάντησε μεγάλη και πιο μαχητική αντίσταση, στην οποία δέσποζε η θρυλική μορφή της προφήτισσας Καχίνα, βασίλισσας του Ορές. Επαναλήφθηκε τότε η ίδια κατάσταση που επικρατούσε πριν από δέκα χρόνια· μετά από ένα νικηφόρο ξεκίνημα, που απώθησε τις αραβικές δυνάμεις, η βασίλισσα ηττήθηκε.
Στην ήττα των Βερβέρων συνέβαλε, εκτός από την υπεροχή στην πολεμική τέχνη των Αράβων, και η διαίρεση του τοπικού πληθυσμού σε πολλές φυλές. Επηρέασαν όμως πολύ την κατάσταση η προσηλυτιστική έλξη που άσκησε ο ισλαμισμός στον ιθαγενή πληθυσμό, καθώς και οι πολιτικές ικανότητες των Αράβων, που ευνόησαν τη συμμετοχή των αυτοχθόνων στις κατακτητικές εκστρατείες τους, γεγονός που τους δημιούργησε τη διάθεση για λεηλασίες. Τους νικητές και τους νικημένους ένωσαν με το πέρασμα του χρόνου η κοινή πίστη και η πολιτική σταθερότητα.
Οι δυναστείες των Ρουστεμιδών και των Φατιμιδών. Η ενιαία διάρθρωση της αραβικής αυτοκρατορίας άρχισε να φθίνει με το πέρασμα από το χαλιφάτο των Ομεϊαδών στο χαλιφάτο των Αββασιδών, με αποτέλεσμα οι Βέρβεροι να ξαναβρούν γρήγορα τον δρόμο της πολιτικής τους αυτονομίας. Από την αρχή του 9ου αι. οι πολιτικές εξελίξεις που ακολούθησαν στο Μάγρεμπ χαρακτηρίζονται από πλήρη φυλετική αναρχία και από, κατά περιόδους, ασθενείς απόπειρες των πολιτικών και θρησκευτικών αρχηγών για την επαναφορά μιας πολιτικοκοινωνικής τάξης. Η πρώτη και πιο επιτυχημένη από αυτές τις απόπειρες σημειώθηκε κατά την περίοδο που μεσολάβησε ανάμεσα στο 776 και στο 911 και έγινε από τους Ρουστεμίδες του Ταχάρτ (του σημερινού Τιαρέτ, στα ανατολικά του Οράν). Ο αρχηγός των Ρουστεμιδών, Αμπντ ελ-Ραχμάν ιμπν Ρουστέμ, είχε φέρει από τη γενέτειρά του, την Περσία, την ανεκτική θρησκευτική διδασκαλία της χαριγκιτικής αίρεσης των ιβαδιτών και συγκρότησε ένα κράτος που διακρινόταν για την ευδαιμονία του.
Η δυναστεία των Ρουστεμιδών, όπως και οι σύγχρονες με αυτή δυναστείες των Αγλαβιτών της Τυνησίας και των Ιδρισιτών του Μαρόκου, ανατράπηκαν από τους Φατιμίδες· ο Σαΐντ ιμπν Χουσεΐν από την Κωνσταντίνη, αφού ονόμασε τον εαυτό του απόγονο του Αλή και της Φάτιμα, αυτοανακηρύχθηκε μαχντί με το όνομα Ουμπαΐντ Αλλάχ αλ-Μαχντί και, με τη βοήθεια του Αμπού Αμπντ Αλλάχ ας-Σιί, ίδρυσε ένα χαλιφάτο που αποτελούσε αντίβαρο από πολιτική και στρατιωτική άποψη στο χαλιφάτο των Αββασιδών της Βαγδάτης.
Το χαριγκιτικό Μάγρεμπ αντέδρασε στη σιιτική διδασκαλία του Ουμπαΐντ Αλλάχ. Οι δύο μεγάλες αντίπαλες φυλετικές ομάδες (οι Σανχάτζα και οι νομάδες Ζενάτα) ήρθαν σε αντίθεση. Οι πρώτοι, που εκπροσωπούνταν κυρίως από τη φυλή Μπενί Ζίρι, προσηλυτίστηκαν στον σιισμό και αποτέλεσαν το κύριο τμήμα των δυνάμεων των Φατιμιδών, που είχαν ως αποστολή την καταστολή της βιαιότατης εξέγερσης των Ζενάτα του Ορές. Αυτοί οδηγούνταν από τον φλογερό επαναστάτη Αμπού Γιαζίντ, ο οποίος σκοτώθηκε στην τελική σύγκρουση του 947. Οι Σανχάτζα από τη νικηφόρα επέμβασή τους υπέρ των Φατιμιδών ωφελήθηκαν πολύ, γιατί όταν οι Φατιμίδες κατέκτησαν την Αίγυπτο το 969, κατόρθωσαν να τεθεί η Τυνησία και η ανατολική Α. υπό τη διοίκηση του αρχηγού τους, Μπολουγκίν ιμπν Ζίρι. Η οικογένεια των Ζιριτών, με τη σειρά της, για να αντιμετωπίσει καλύτερα τις εξεγέρσεις των Ζενάτα, ανέθεσε σε έναν κλάδο της (των Μπενί Χαμάδ) τη διοίκηση του ενός τμήματος (ανατολική Α.) των εκχωρηθέντων εδαφών· έτσι δημιουργήθηκε η δυναστεία των Χαμαδιτών.
Η διπλή κατανομή των εδαφών, που έγινε για να αντιμετωπιστεί επιτυχέστερα η χαριγκιτική επανάσταση, έθεσε σε κίνηση, όπως συμβαίνει συνήθως, μια διπλή χωριστική προσπάθεια, από τη μια πλευρά των Χαμαδιτών από τους Ζιρίτες και από την άλλη των Ζιριτών από το χαλιφάτο των Φατιμιδών του Καΐρου· αυτή η τελευταία χωριστική κίνηση αποτέλεσε την απαρχή μιας ριζικής μεταμόρφωσης των εθνικών χαρακτηριστικών του Μάγρεμπ. Ο φατιμίδης χαλίφης Αλ-Μουστανσίρ (1035-1094), ως αντίποινα στους Ζιρίτες, που ανακηρύχθηκαν ανεξάρτητοι (1047) και προσηλυτίστηκαν στο σουνιτικό δόγμα, εξαπέλυσε στην Τυνησία και στην ανατολική Α. (1050) τους βεδουίνους Μπενί Χιλάλ (άνω Σουδάν) και Σουλεΐμ (Χιτζάζ).
Η εισβολή των Χιλάλ ανάγκασε τους Βερβέρους να αποσυρθούν στα βουνά και στη Σαχάρα και με αυτό τον τρόπο έδωσε τη δυνατότητα στους Άραβες να εγκατασταθούν στις παράκτιες περιοχές. Κατά τα μέσα του 11ου αι. η ενότητα του Μάγρεμπ αποκαταστάθηκε κατά ένα μέρος και η δυτική Α. αποτέλεσε τμήμα της επικράτειας των Αλμοραβιδών (1061-1147), τους οποίους διαδέχτηκαν οι Αλμοάδες (1147-1236), που κατέλαβαν και την κεντροανατολική Α.
Κατά τα μέσα του 13ου αι., με τη διάλυση της αυτοκρατορίας των Αλμοαδών, διαλύθηκε η πολιτική ενότητα του Μάγρεμπ. Η διαίρεση της Α. ήταν έργο της ζενατικής φυλής των Αβδαλβαδιτών ή Ζαϊγιανιτών, που είχαν εγκατασταθεί στο Τλέμσεν το 1235. Η δυναστεία, όμως, αποδείχθηκε απόλυτα ανίκανη να αντιμετωπίσει την τουρκική διείσδυση, καθώς και τον επεκτατισμό των Ισπανών που έγιναν κύριοι σημαντικών παράκτιων βάσεων: Μερς-ελ-Κεμπίρ (1505), Οράν (1509), Αλγέρι και Μπουζί (1510), Τενές και Μοσταγάνεμ (1511).
Η χριστιανική επίθεση απέτυχε χάρη στη θυελλώδη μαχητικότητα της οικογένειας κουρσάρων Μπαρμπαρόσα (ή Βαρβαρόσα) της Μυτιλήνης. Ο πρώτος από τους αδελφούς Μπαρμπαρόσα, ο Αρούγκ, ύστερα από μια εντυπωσιακή ενέργεια που του επέτρεψε να υψώσει τη σημαία του στο Αλγέρι, στη Μέντεα, στο Τενές και στο Τλέμσεν, έπεσε, το 1518, στην παγίδα των Ισπανών και έχασε τη ζωή του. Ο δεύτερος, ο Χαϊρεντίν, έγινε υποτελής των Οθωμανών Τούρκων (1529). Τα ισπανικά φρούρια της Α., το ένα μετά το άλλο, έπεφταν στα χέρια του Μπαρμπαρόσα, που ονομάστηκε μπεηλέρμπεη (εμίρης των εμίρηδων), ο οποίος και αντιστάθηκε αποτελεσματικά ακόμα και στην επίθεση (1541) του Καρόλου Ε’.
Το 1587 η στρατιωτική διοίκηση του μπεηλέρμπεη, που ήταν αυτόνομη, περιήλθε στη διοίκηση ενός πασά, που ορίστηκε από την Κωνσταντινούπολη. Οι δεσμοί με την κεντρική εξουσία διατηρήθηκαν αρχικά, έστω και τυπικοί. Αλλά σε λιγότερο από έναν αιώνα (1671) σημειώθηκε οριστική απελευθέρωση από την εξουσία του σουλτάνου. Στο πρόσωπο του τοπικού ντέη αναγνωρίστηκε ο μέγιστος εκφραστής της κρατικής εξουσίας. Από τον ντέη του Αλγερίου εξαρτιόνταν τυπικά οι μπέηδες των άλλων παράκτιων κέντρων, ενώ οι Βέρβεροι που ζούσαν στο ορεινό εσωτερικό ή στην έρημο συνέχισαν να είναι αυτόνομοι. Εξάλλου το βαρβαρικό κράτος του Αλγερίου που είχε ιδρυθεί από τους αρχηγούς των πειρατών κατοχυρώθηκε και συνταγματικά από την κεντρική εξουσία. Η πειρατεία αναδείχθηκε βασική εθνική βιομηχανία.
Αρχίζοντας από τον 16ο αι. οι εσωτερικές εξελίξεις του Αλγερίου εξαρτήθηκαν και από τις σχέσεις με τα ευρωπαϊκά κράτη, τα οποία έκαναν συχνές επιθέσεις από τη θάλασσα στο Αλγέρι. Τις επιθέσεις αυτές διαδέχονταν σύμφωνα φιλίας και εμπορικές συμφωνίες, με τον απώτερο σκοπό να τερματιστεί η πειρατεία.
Η γαλλική κατάκτηση και ο αποικισμός. Η Γαλλία, που επέμενε περισσότερο από την Ισπανία, την Αγγλία και τα άλλα κράτη της Ιταλίας για τη σύναψη καλών σχέσεων με τον ντέη, προσπάθησε να συνάψει προνομιακές, από οικονομική άποψη, συμφωνίες με το Αλγέρι. Οι παραδοσιακές καλές σχέσεις μεταξύ ντέη και Παρισιού, ακόμα και αν διακόπηκαν επανειλημμένως από βίαιες κρίσεις, συνεχίστηκαν και μετά την πτώση της γαλλικής μοναρχίας. Τόσο το Διευθυντήριο όσο και ο Ναπολέων πήραν από το Αλγέρι σημαντικά χρηματικά δάνεια και μια νέα συμφωνία υπογράφηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 1800.
Μετά την παλινόρθωση η διαμάχη για την επιστροφή των δανείων έδωσε στη Γαλλία την ευκαιρία για αποικιστικές πρωτοβουλίες. Ένα επεισόδιο ανάμεσα στον ντέη Χουσεΐν και στον Γάλλο πρόξενο Ντεβάλ, που έλαβε χώρα στις 30 Απριλίου 1827, έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης από την κυβέρνηση Πολινιάκ του Καρόλου Ι’, που προχώρησε σε μια πολεμική επιχείρηση κατά του Αλγερίου. Στις 15 Ιουνίου 1830 γαλλικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στη χερσόνησο Σίντι Φερούς (τη σημερινή Σίντι Φρετζ) και στις 5 Ιουλίου, έπειτα από ασθενή αντίσταση των δυνάμεων του αγά Ιμπραήμ, υπογράφηκε συνθηκολόγηση από τον ντέη, ο οποίος ζήτησε άσυλο από τον βασιλιά των Δύο Σικελιών. Η διεθνής αντίδραση υπήρξε ελάχιστη· αντίθετα η αντίσταση που προέβαλαν αρκετές αλγερινές φυλές ήταν πιο σθεναρή απ’ ό,τι προβλεπόταν και αποτέλεσε την αφετηρία ενός ένοπλου αγώνα, που διήρκεσε μέχρι τον Οκτώβριο του 1847. Ο εμίρης Αμπντ ελ-Καντίρ της φυλής Χασίμ, αφού στην αρχή επιτέθηκε στις γαλλικές δυνάμεις, προχώρησε έπειτα στη σύναψη ειρήνης, η οποία επρόκειτο να ισχύσει από το 1839. Όταν όμως αντιμετώπισε τις συνεχείς παραβιάσεις της συνθήκης από μέρους των Γάλλων, αποφάσισε να καταφύγει πάλι στον πόλεμο. Ο πόλεμος αυτός απέβη μοιραίος για τον εμίρη, που ηττήθηκε το 1847. Όμως η αντίσταση του λαού της Α. δεν σταμάτησε· ο τελευταίος ξεσηκωμός κατά του αποικιακού καθεστώτος σημειώθηκε το 1871, στην Καβυλία.
Η γαλλική πολιτική της αφομοίωσης αποσκοπούσε στην εξάλειψη των στοιχείων συνοχής, καθώς και των εθνικών χαρακτηριστικών στοιχείων της αραβοβερβερικής κοινωνίας. Για να επιτύχει τον σκοπό αυτό, η Γαλλία χρησιμοποίησε ως βασικά μέσα την κρατικοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας, τον κρατικό έλεγχο της μουσουλμανικής θρησκείας, την κατάργηση των τζεμάα (φυλετικών συμβουλίων), τον κατακερματισμό ή την αυτόβουλη συνένωση των ντβαρ (διοικητική ένωση των φυλών), τη δημιουργία των μεικτών κοινοτήτων και, τέλος, το ψήφισμα της Γερουσίας στις 14 Ιουλίου 1865, το οποίο προσέφερε σε όλους τους ντόπιους τη γαλλική υπηκοότητα, με πλήρη δικαιώματα, εφόσον απαρνούνταν τον μουσουλμανικό νόμο και αποδέχονταν τον γαλλικό αστικό κώδικα. Οι οικονομικές, κοινωνικές και ηθικές συνέπειες της αποικιοποίησης επέδρασαν έντονα στην παραδοσιακή αλγερινή κοινωνία, προκαλώντας διαφωνίες και αγανάκτηση, και ενισχύοντας έτσι τα τοπικά πολιτικά κινήματα, από τα οποία το κυριότερο ήταν των Νέων Αλγερινών, που μετασχηματίστηκε σε κόμμα το 1911.
Η δημιουργία του εθνικιστικού κινήματος. Το μετριοπαθές κίνημα των Νέων Αλγερινών προσέκρουσε στην αποφασιστική αντίδραση των Γάλλων αποίκων. Ακόμα και μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, οι Γάλλοι άποικοι εμπόδισαν τις παραχωρήσεις που η γαλλική κυβέρνηση είχε προγραμματίσει, επειδή ήθελε να ανταμείψει την ουσιαστική συμπαράσταση των Αλγερινών κατά τη διάρκεια της σύρραξης. Η απογοήτευση των Αράβων ευνόησε την ίδρυση εθνικιστικών κινημάτων που τώρα πια υποστήριζαν τη ρήξη με τη Γαλλία καθώς και την ανεξαρτησία. Αυτός ήταν, π.χ., ο προσανατολισμός μιας ομάδας Ουλεμάδων (σοφών) με αρχηγό τον Αμπντ ελ-Χαμίντ Μπεν Μπαντίς, που άρχισε την προπαγάνδα το 1920 και ο οποίος συνέστησε την Εταιρεία των Ουλεμάδων το 1931. Παρόμοια ήταν επίσης και η πολιτική κατεύθυνση της οργάνωσης Βορειοαφρικανικό Αστέρι, που δημιουργήθηκε από Αλγερινούς μετανάστες στη Γαλλία τον Μάρτιο του 1926 και σε μικρό χρονικό διάστημα απέκτησε πολλούς οπαδούς στην Α. κυρίως χάρη στις ικανότητες του Μεσάλι ελ-Χαγκ. Παρ’ όλα αυτά το ρεύμα που ευνοούσε μια εξέλιξη στο πλαίσιο των γαλλικών νόμων επικρατούσε ακόμα στους κύκλους της αλγερινής αστικής τάξης, όπως φαινόταν από το ουσιαστικά μετριοπαθές πρόγραμμα της Αδελφότητας των εκλεκτών που συστάθηκε το 1927.
Η προσπάθεια του Λαϊκού Μετώπου του Λεόν Μπλουμ (που κυβέρνησε για σύντομο χρονικό διάστημα τη Γαλλία) να μη θιγούν τα συμφέροντα των αδιάλλακτων αποίκων οδήγησε σε αντιμετώπιση της αραβικής δυσαρέσκειας με την αστυνόμευση, πράγμα που κατέστησε μόνιμη την ήδη ταραγμένη ατμόσφαιρα στην Α.
Ο Φερχάτ Αμπάς ήταν αυτός που ίδρυσε το 1938 Αλγερινή Λαϊκή Ένωση. Πολλοί άλλοι πύκνωσαν τις τάξεις της οργάνωσης του Μεσάλι ελ-Χαγκ, ο οποίος δύο μήνες μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου που διέλυε το Βορειοαφρικανικό Αστέρι, σύστησε (το Μάρτιο του 1937) το Κόμμα του Αλγερινού Λαού που υποστήριζε την προστασία του εθνικού χαρακτήρα της Α.
Τα γεγονότα του Β’ Παγκοσμίου πολέμου διευκόλυναν την προώθηση αδιάλλακτων εθνικιστικών θέσεων μεγάλου τμήματος του αλγερινού λαού. Η εξασθένηση της Γαλλίας μετά την ήττα που υπέστη από τη Γερμανία, το 1940, τα αντιαποικιακά συμφέροντα που δέσποζαν την εποχή εκείνη στο διεθνές πολιτικό προσκήνιο (ΗΠΑ, ΕΣΣΔ), η όξυνση των οικονομικών προβλημάτων, δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για επικείμενες θεμελιακές αλλαγές. Η απόβαση των αγγλοαμερικανικών δυνάμεων (8 Νοεμβρίου 1942), που οδήγησε στην απελευθέρωση εκπροσώπων όλων των πολιτικών τάσεων και παρείχε πλήρη ελευθερία για τη δημιουργία πολιτικών οργανώσεων και την άσκηση πολιτικής προπαγάνδας, αποτέλεσε την αρχή μιας νέας περιόδου επανάληψης της εθνικιστικής δράσης. Ο Φερχάτ Αμπάς μαζί με άλλους εκπροσώπους δημοσίευσε στις 10 Φεβρουαρίου 1943 το Μανιφέστο του λαού της Α., που απαιτούσε μεταρρυθμίσεις, οι οποίες θα περιφρουρούσαν τον αραβικό χαρακτήρα της χώρας.
Η κυβέρνηση Ντε Γκολ προσπάθησε προς στιγμήν να συγκρατήσει το αραβικό ξέσπασμα με πολλές υποσχέσεις. Όταν, όμως, η επέτειος της συμμαχικής νίκης (Μάιος 1945) εξελίχθηκε, από αραβικής πλευράς, σε εκδηλώσεις υπέρ της ανεξαρτησίας στις οποίες παρεμβλήθηκαν και σκόρπιες αντιγαλλικές πράξεις βίας, τότε το Παρίσι απάντησε με μια πολύ σκληρή και καταπιεστική πολιτική. Μετά την αμνηστία που ακολούθησε, τα δύο νέα κόμματα που σχηματίστηκαν αμέσως από τον Φερχάτ Αμπάς (Δημοκρατική Ένωση του Αλγερινού Μανιφέστου) και από τον Μεσάλι ελ-Χαγκ (Κίνημα για τον Θρίαμβο των Δημοκρατικών Ελευθεριών) δεν απομακρύνθηκαν καθόλου από τα προηγούμενα προγράμματά τους. Στις 20 Σεπτεμβρίου 1947 η γαλλική εθνοσυνέλευση ψήφισε μια σειρά νόμων για την Α., που επικύρωναν το αφομοιωτικό πρόγραμμα, στο οποίο ήδη είχαν αντιταχθεί οι Αλγερινοί εθνικιστές. Οι νόμοι αυτοί, που προέβλεπαν για την Α. μια δικαστική αυτονομία σε σχέση με τη Γαλλία, δεν άντεξαν ούτε καν στην πρώτη δοκιμασία, επειδή, όταν έγιναν οι εκλογές (Απρίλιος 1948) για την αλγερινή συνέλευση, οι νοθείες, οι απάτες και οι βιαιότητες έπεισαν όλους τους εθνικιστές ότι ο αγώνας στα πλαίσια της νομιμότητας δεν θα οδηγούσε ποτέ στα επιθυμητά αποτελέσματα.
Η πρώτη οργάνωση που προσανατολίστηκε προς μια βίαιη λύση ήταν η Ειδική Οργάνωση, που ιδρύθηκε το 1946 από αρκετούς αγωνιστές του Κινήματος για τον Θρίαμβο των Δημοκρατικών Ελευθεριών, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγονταν ο Αχμέτ Μπεν Μπελά, ο Μοχάμετ Χίντερ και ο Αΐτ Αχμέτ. Όμως, το 1950 μια μεγάλη αντεθνικιστική εκστρατεία μείωσε κατά πολύ τις δυνατότητες δράσης των διαφόρων εθνικιστικών πυρήνων. Ο Μπεν Μπελά, ο Αΐτ Αχμέτ και ο Χίντερ καταδικάστηκαν και ο Μεσάλι ελ-Χαγκ εκτοπίστηκε και τέθηκε υπό φρούρηση στη Γαλλία το 1952. Μόνο οι μετριοπαθείς οπαδοί και συνεργάτες του Φερχάτ Αμπάς μπόρεσαν να διατηρήσουν μια σχετική ελευθερία δράσης. Η οργάνωση όμως της Δημοκρατικής Ένωσης του Αλγερινού Μανιφέστου είχε σχεδόν ξεπεραστεί από τα γεγονότα.
Η τελική φάση του εθνικιστικού αγώνα άρχισε με την κρίση του 1953-54 και οδήγησε στη διάσπαση του Κινήματος για τον Θρίαμβο των Δημοκρατικών Ελευθεριών. Αιτία της διάσπασης ήταν η διαμάχη που ξέσπασε ανάμεσα στον αρχηγό του κινήματος, Μεσάλι, ο οποίος είχε περιχαρακωθεί σε έναν εξτρεμισμό που κατέληγε σε μια στείρα αδράνεια, και σε μέλη του κόμματος, τους επονομαζόμενους συγκεντρωτιστές, που είχαν αρχηγό τον γραμματέα του κόμματος Χοκίν Λαουέλ και οι οποίοι επικαλούνταν το κύρος της κεντρικής επιτροπής όπου πλειοψηφούσαν. Ο αλληλοσπαραγμός που είχε ξεσπάσει στο κόμμα έδωσε στους επικεφαλής της γαλλικής διοίκησης την ψευδαίσθηση ότι το εθνικιστικό κίνημα διερχόταν οξύτατη κρίση. Αντίθετα, όμως, αυτή η διαμάχη ώθησε τους εναπομείναντες της Ειδικής Οργάνωσης στην επανάληψη της δράσης τους. Με πρωτοβουλία του Μοχάμετ Μπουντιάφ τα πρόσωπα που συμμετείχαν στην Ειδική Οργάνωση συγκεντρώθηκαν πολλές φορές το 1954 και ίδρυσαν την Επαναστατική Επιτροπή Ενότητας και Δράσης. Επειδή απέτυχαν όλες οι απόπειρες συμφιλίωσης των αντιμαχόμενων παρατάξεων του Κινήματος για τον Θρίαμβο των Δημοκρατικών Ελευθεριών, η Επαναστατική Επιτροπή Ενότητας και Δράσης αποφάσισε να προχωρήσει σε αυτόνομη δράση: οι αρχηγοί της εξέγερσης, που ονομάστηκαν ιστορικοί αρχηγοί, καθόρισαν τη νύχτα μεταξύ 31ης Οκτωβρίου και 1ης Νοεμβρίου ως ημερομηνία της αρχής της επανάστασης. Με την έκρηξη της επανάστασης, η Επαναστατική Επιτροπή Ενότητας και Δράσης διαλύθηκε και αποτέλεσε τη βάση για τη δημιουργία του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου, του κινήματος που επρόκειτο να αποτελέσει την ψυχή του νικηφόρου απελευθερωτικού πολέμου.
Η δημιουργία του ανεξάρτητου έθνους. Η επανάσταση άρχισε με μια σειρά από απόπειρες στην περιοχή της Κωνσταντίνης και του Ορές, αλλά επεκτάθηκε γρήγορα σε ολόκληρη την περιοχή της Α. και έλαβε διαστάσεις με την πάροδο του χρόνου. Το κέντρο συντονισμού κάθε είδους δράσης ήταν το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, από το οποίο εξαρτιόταν ο εθνικός απελευθερωτικός στρατός και στο οποίο εντάχθηκαν σταδιακά σχεδόν όλα τα εθνικιστικά αραβικά πολιτικά σχήματα. Το Μέτωπο αυτό δεν είχε ακόμα ακριβές πολιτικό πρόγραμμα. Στην ουσία, η ανεξαρτησία αποτελούσε τον μοναδικό στόχο του αγώνα. Πρώτη προσπάθεια δημιουργίας μιας πολιτικής βάσης που θα έδινε και μια άλλη διάσταση εκτός από την απελευθερωτική στον πόλεμο, υπήρξε το συνέδριο της Σουμάν (Αύγουστος 1956) που επιδοκίμασε μια προγραμματική τοποθέτηση γνωστή με το όνομα σχεδιάσματα. Στο συνέδριο σημείωσαν επιτυχία οι οπαδοί του εσωτερικού (και ιδιαίτερα ο Αμπάνε Ραμντάνε), οι οποίοι επιβλήθηκαν στους ιστορικούς αρχηγούς που είχαν απομακρυνθεί από το προσκήνιο των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Με αυτή την ευκαιρία θεσμοποιήθηκαν τα όργανα της επανάστασης: η εκτελεστική και συντονιστική επιτροπή, ως ένα είδος κυβέρνησης, και το Εθνικό Επαναστατικό Συμβούλιο της Α. ως βουλή.
Ο απελευθερωτικός πόλεμος διήρκεσε περισσότερο από εφτά χρόνια. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις σταθεροποιήθηκαν σε μια κατάσταση χωρίς διέξοδο, με αρκετές απελευθερωμένες περιοχές, με μια σειρά μεμονωμένων επεισοδίων και, κυρίως, με την ανικανότητα των γαλλικών στρατευμάτων να συντρίψουν την αντίσταση. Το 1958 άρχισε τις εργασίες της η προσωρινή κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Α., υπό τον Φερχάτ Αμπάς πρώτα, και (από το 1961) υπό τον Μπεν Χέντα. Η κάθοδος των μαζών των πόλεων σε μεγάλες διαδηλώσεις στο Αλγέρι και στις άλλες πόλεις, το 1960, έπεισε οριστικά τη Γαλλία για την ήττα της. Οι τελικές διαπραγματεύσεις έγιναν, αφού ο πόλεμος είχε φέρει την ίδια τη Γαλλία στα πρόθυρα της κρίσης, με την ανταρσία των Γάλλων εξτρεμιστών της δεξιάς που έγινε στο Αλγέρι στις 13 Μαΐου 1958. Η επιστροφή στην εξουσία του στρατηγού Ντε Γκολ και η μετάβαση από τη Δ’ στην Ε’ Δημοκρατία δεν άλλαξαν τη γραμμή του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου, αλλά προετοίμασαν τη γαλλική κοινή γνώμη για την ανάγκη αναγνώρισης του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης στον λαό της Α. Το 1961 άρχισαν οι διαπραγματεύσεις. Οι στρατηγοί που διαφωνούσαν με τον Ντε Γκολ αποπειράθηκαν να κάνουν ένα πραξικόπημα (Απρίλιος 1961). Στους δεξιούς εξτρεμιστές της γαλλικής Α. δεν απέμεινε άλλη λύση παρά η δυνατότητα ενός πολέμου στα μετόπισθεν, που γινόταν με τα σαμποτάζ της Οργάνωσης της Μυστικής Στρατιάς (ΟΑS).
Οι νέες διαπραγματεύσεις ανάμεσα στους εκπροσώπους της γαλλικής κυβέρνησης και της προσωρινής κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Α. περατώθηκαν με τις συμφωνίες του Εβιάν (18 Μαρτίου 1962). Την 1η Ιουλίου 1962 η ανεξαρτησία επιδοκιμάστηκε με ένα παλλαϊκό δημοψήφισμα. Για την Α. τελείωνε έτσι ένας σχεδόν οκταετής πόλεμος, ο οποίος όμως είχε προκαλέσει στη χώρα ανυπολόγιστες ηθικές και υλικές ζημιές.
Η επαναφορά στη συνταγματική ομαλότητα (1963) επικύρωσε την υπεροχή των εξωτερικών. Το σύνταγμα, οι εκλογές, η δημιουργία μιας εθνοσυνέλευσης δεν σήμαιναν όμως και μια αληθινή δημοκρατικοποίηση, γιατί ολόκληρο το σύστημα είχε μελετηθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να εξασφαλίζει την επικυριαρχία του μοναδικού κόμματος (Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου) και την υποταγή του βουλευτικού σώματος στο εκτελεστικό. Στο εσωτερικό του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου η απολυταρχία και η προσωπολατρία κυριαρχούσαν, ενώ ο στρατός εμφανιζόταν όλο και περισσότερο ως το αποταλεσματικότερο μέσο για την καταστολή τόσο των εσωτερικών εχθρών (εξέγερση της Καβυλίας το 1963) όσο και των εξωτερικών (σύντομος πόλεμος με το Μαρόκο, πάλι το 1963). Αλλά και το συντακτικό συνέδριο (Απρίλιος 1964) έληξε άδοξα. Η αντιπολίτευση είχε ζητήσει ένα ανοιχτό συνέδριο, όμως οι σύνεδροι είχαν επιλεγεί, ουσιαστικά, από τη διοικούσα τάξη. Πολλοί από τους διάσημους αρχηγούς της επανάστασης δεν έλαβαν μέρος σε αυτό. Το συνέδριο επικύρωσε τη νίκη του Μπεν Μπελά και επεξεργάστηκε τα ιδεολογικά πλαίσια (Χάρτης του Αλγερίου). Η αλγερινή επανάσταση επέλεξε τον σοσιαλισμό, αλλά πολλά από τα σοσιαλιστικά μέτρα που περιέχονταν στον καταστατικό Χάρτη θεωρήθηκαν απλώς και μόνο γενικές υποδείξεις.
Από τον Μπεν Μπελά στον Μπουμεντιέν. Καθώς αφαιρέθηκαν (de facto) οι εξουσίες από την προσωρινή κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Α., συμφωνήθηκε μια συμμαχία ανάμεσα στον Μπεν Μπελά και στα στρατεύματα των συνόρων, τα οποία διοικούσε ο συνταγματάρχης Μπουμεντιέν. Η ρήξη της δυαδικής αυτής συμμαχίας (στρατός-κόμμα) επήλθε το 1965, όταν ο Μπουμεντιέν φοβήθηκε την υπέρμετρη άνοδο του Μπεν Μπελά, που ήταν έτοιμος να συμφιλιωθεί με τους παλιούς του πολιτικούς αντιπάλους. Σε εκείνη την περίοδο, στενός συνεργάτης του Μπεν Μπελά υπήρξε ο Έλληνας Μιχάλης Ράπτης (Πάμπλο), επικεφαλής του οικονομικού επιτελείου του.
Το πραξικόπημα ξέσπασε ξαφνικά στις 19 Ιουνίου και ήταν σχεδόν αναίμακτο. Ο Μπεν Μπελά συνελήφθη και κατηγορήθηκε για «παρεκτροπή σε προσωπολατρία» και εσχάτη προδοσία· όμως, το Επαναστατικό Συμβούλιο, που ανέλαβε υπό την προεδρία του ο Μπουμεντιέν, προσπάθησε να δημιουργήσει μια εντύπωση συνέχειας. Όλες οι σημαντικές θέσεις στο κόμμα, στο Επαναστατικό Συμβούλιο και στην κυβέρνηση κατελήφθησαν από στρατιωτικούς ή πρώην στρατιωτικούς που επελέγησαν κυρίως από στελέχη του γενικού επιτελείου, που είχαν εκπαιδευτεί στο Μαρόκο και στην Τυνησία από τον ίδιο τον Μπουμεντιέν κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Στον τομέα της εσωτερικής πολιτικής ο Μπουμεντιέν έθεσε ως κύριο στόχο του την επίτευξη της οικονομικής ανεξαρτησίας και επέβαλε στη χώρα, η οποία είχε ήδη δοκιμαστεί από έναν βιαιότατο πόλεμο, μια λιτότητα πολύ βαριά. Όσον αφορά την εξωτερική πολιτική, η Α., αφού προσπάθησε να θέσει ξανά σε ισχύ τη συνεργασία όλων των χωρών του Μάγρεμπ, έφτασε κατά τη διάρκεια του 1976 στα πρόθυρα ενός πολέμου με το Μαρόκο λόγω του προβλήματος της ισπανικής Σαχάρας. Η Α., που ήταν αντίθετη με τη διανομή της πρώην αποικίας ανάμεσα στο Μαρόκο και στη Μαυριτανία, υποστήριξε το κίνημα Πολισάριο (κίνημα για την ανεξαρτησία της Δυτικής Σαχάρας) και στη συνέχεια αναγνώρισε την Αραβική Δημοκρατία της Σαχάρας, της οποίας η κυβέρνηση πρόσκαιρα είχε την έδρα της στο Αλγέρι.
Οι τελευταίες δεκαετίες. Στις 27 Δεκεμβρίου 1978 πέθανε, ύστερα από μακρά και σπάνια ασθένεια του αίματος, ο Αλγερινός πρόεδρος Χουαρί Μπουμεντιέν. Σύμφωνα με το σύνταγμα, προσωρινά καθήκοντα αρχηγού κράτους ανέλαβε ο Ραμπάχ Μπιτάτ για 45 ημέρες.
Μετά τον θάνατο του Μπουμεντιέν το συνέδριο του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου, τον Ιανουάριο του 1979, υιοθέτησε νέα διάρθρωση, εκλέγοντας μια πανίσχυρη κεντρική επιτροπή, η οποία θα επέλεγε τον γενικό γραμματέα του κόμματος. Η επιλογή της ήταν ο συνταγματάρχης Σάντλι Μπεντζεντίτ, ο οποίος θεωρήθηκε ως η συμβιβαστική λύση ανάμεσα σε δύο αντίπαλα ρεύματα του κόμματος. Στις προεδρικές εκλογές που έγιναν τον Ιανουάριο του 1984 ο Σάντλι εξελέγη με το 95% των ψήφων και τον επόμενο χρόνο προχώρησε στην υιοθέτηση νέας Εθνικής Χάρτας σε έκτακτο συνέδριο του Κόμματος Εθνικής Απελευθέρωσης. Η Νέα Χάρτα καθόριζε ως επίσημη ιδεολογία του κράτους τις αρχές του σοσιαλισμού και του Ισλάμ, ενώ ταυτόχρονα ενθάρρυνε την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα.
Το 1987 η πτώση των τιμών του πετρελαίου και η αύξηση του εξωτερικού χρέους της Α. υποχρέωσαν την κυβέρνηση να υιοθετήσει μέτρα λιτότητας και να αρχίσει τις αποκρατικοποιήσεις. Ο πρόεδρος Σάντλι ανακοίνωσε σειρά διοικητικών μεταρρυθμίσεων για την αντιμετώπιση της γραφειοκρατικής δομής των δημόσιων υπηρεσιών, καθώς και κυβερνητικό ανασχηματισμό. Κατά την περίοδο αυτή, η κυβέρνηση αντιμετώπισε προβλήματα από διαφορετικά τμήματα του πληθυσμού. Οι Βέρβεροι διεκδικούσαν την αναγνώριση των ανθρωπίνων και των πολιτιστικών τους δικαιωμάτων, ενώ οπαδοί του πρώην προέδρου Μπεν Μπελά φυλακίστηκαν για αντικαθεστωτική δράση. Το 1986 σημειώθηκαν φοιτητικές ταραχές, ενώ το 1987 ορισμένα μέλη μιας ακραίας οργάνωσης ισλαμιστών σκοτώθηκαν από τις δυνάμεις ασφαλείας και πολλοί άλλοι φυλακίστηκαν. Από τα μέσα του 1988 η ανεργία, οι υψηλές τιμές και οι ελλείψεις βασικών ειδών, λόγω της πολιτικής της λιτότητας, προκάλεσαν μεγάλες απεργίες και ταραχές που απλώθηκαν από το Αλγέρι στο Οράν και την Ανάμπα. Κατάσταση πολιορκίας επιβλήθηκε στις περιοχές αυτές και οι συγκρούσεις με τις δυνάμεις ασφαλείας οδήγησαν στον θάνατο 160 ατόμων και σε συλλήψεις χιλιάδων. Μετά τις ταραχές ο πρόεδρος Σάντλι πρότεινε μεταρρυθμίσεις και ανακοίνωσε αυξήσεις στις δαπάνες για την εκπαίδευση, τη στέγαση, καθώς και τη φορολογία των πλουσίων. Τον Δεκέμβριο ο Σάντλι εξελέγη πρόεδρος για τρίτη θητεία με το 81% των ψήφων.
Στις αρχές του 1989 εγκρίθηκε με δημοψήφισμα ένα νέο σύνταγμα με το οποίο καταργήθηκε το μονοκομματικό καθεστώς. Λίγο αργότερα τέθηκε σε ισχύ η νέα νομοθεσία για την ίδρυση καινούργιων κομμάτων και στα μέσα του 1991 είχαν ιδρυθεί 47 πολιτικά κόμματα, ανάμεσά τους το Ισλαμικό Μέτωπο Σωτηρίας, το Κίνημα για τη Δημοκρατία στην Α. του πρώην προέδρου Μπεν Μπελά, ο Συναγερμός για τον Πολιτισμό και τη Δημοκρατία των Βερβέρων κ.ά. Με νέους νόμους περιορίστηκε ο κρατικός τομέας της οικονομίας και καταργήθηκε το κρατικό μονοπώλιο στον Τύπο. Παρά τις αλλαγές, οι απεργίες και οι διαδηλώσεις συνεχίστηκαν στη διάρκεια του 1989, ιδιαίτερα για τη διαφθορά των κυβερνητικών αξιωματούχων και για την αποτυχία της κυβέρνησης να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής. Τον Σεπτέμβριο ο πρόεδρος Σάντλι όρισε νέα κυβέρνηση, ενώ ψηφίστηκε νέος εκλογικός νόμος για τις τοπικές εκλογές.
Τον Αύγουστο του 1990 με τη γενική αμνηστία απελευθερώθηκαν χιλιάδες πολιτικοί κρατούμενοι και λίγο αργότερα επετράπη στον πρώην πρόεδρο Μπεν Μπελά να επιστρέψει στη χώρα. Τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου η εθνοσυνέλευση υιοθέτησε νόμο βάσει του οποίου μέσα σε έξι χρόνια η αραβική γλώσσα θα γινόταν η μόνη επίσημη γλώσσα, ενώ η χρήση της γαλλικής και της βερβερικής στα σχολεία και στις επίσημες συναλλαγές θα τιμωρούνταν με αυστηρά πρόστιμα. Αμέσως μετά, περισσότερα από εκατό χιλιάδες άτομα διαδήλωσαν στους δρόμους του Αλγερίου εναντίον της πολιτικής και της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας.
Τον Μάρτιο του 1991 η Γενική Συνομοσπονδία των Εργατών οργάνωσε την πρώτη γενική απεργία από τον καιρό της ανεξαρτησίας ως ένδειξη διαμαρτυρίας για τις αυξήσεις των τιμών. Βίαιες συγκρούσεις ξέσπασαν τον Ιούνιο ανάμεσα σε εξτρεμιστές ισλαμιστές και τις δυνάμεις ασφαλείας με αποτέλεσμα δεκάδες νεκρούς και ο πρόεδρος Σάντλι κήρυξε τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Σχηματίστηκε νέα κυβέρνηση και, ύστερα από νέα βίαια επεισόδια, ο Σάντλι παραιτήθηκε από τη θέση του προέδρου του κόμματος, ενώ ο στρατός συνέλαβε εκατοντάδες ισλαμιστές και κατέλαβε τα γραφεία του Ισλαμικού Μετώπου. Ανάμεσα στους συλληφθέντες ήταν ο πρόεδρος του Ισλαμικού Μετώπου Αμπάσι Μάντανι και ο αντιπρόεδρος Άλι Μπελχάτζ. Στα τέλη του 1991 η εθνοσυνέλευση ψήφισε τον εκλογικό νόμο και στις 26 Δεκεμβρίου, στον πρώτο γύρο των γενικών εκλογών, το Ισλαμικό Μέτωπο Σωτηρίας κέρδισε τις 188 από τις 231 έδρες που κρίνονταν στον γύρο αυτό, αποσπώντας το 47,5% των ψήφων. Το Μέτωπο Σοσιαλιστικών Δυνάμεων κέρδισε 25 έδρες και το κυβερνητικό κόμμα μόνο δεκαπέντε.
Στις 4 Ιανουαρίου 1992 η εθνοσυνέλευση διαλύθηκε με προεδρικό διάταγμα, στις 11 Ιανουαρίου ο Σάντλι παραιτήθηκε και την επομένη το ανώτατο συμβούλιο ασφαλείας ματαίωσε τον δεύτερο γύρο των εκλογών που επρόκειτο να διεξαχθεί στις 16 του μήνα, ορίζοντας στη θέση του προέδρου ένα πενταμελές ανώτατο κρατικό συμβούλιο. Η συνταγματική νομιμότητα του συμβουλίου αυτού αμφισβητήθηκε από όλα τα κόμματα, ενώ λίγο αργότερα οι δυνάμεις ασφαλείας κατέλαβαν τα γραφεία του Ισλαμικού Μετώπου, έθεσαν εκτός νόμου το κόμμα αυτό και συνέλαβαν χιλιάδες από τα μέλη του. Το ανώτατο κρατικό συμβούλιο, επικεφαλής του οποίου τοποθετήθηκε ο Μουχάμαντ Μπουντιάφ, από τους ιστορικούς ηγέτες του πολέμου της ανεξαρτησίας, ανακοίνωσε τη δημιουργία Κέντρου Παρακολούθησης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ενός Εθνικού Συμβουλευτικού Συμβουλίου.
Όμως, στις 29 Ιουνίου 1992 ο Μπουντιάφ δολοφονήθηκε κατά τη διάρκεια ομιλίας του στην Ανάμπα και η δολοφονία αυτή αποδόθηκε σε ισλαμιστές, ενώ παρέμειναν βάσιμες αμφιβολίες για την ανάμειξη στοιχείων του κρατικού μηχανισμού και του στρατού. Στα τέλη Ιουλίου οι δύο ηγέτες του Ισλαμικού Μετώπου καταδικάστηκαν σε δωδεκαετή κάθειρξη και λίγο αργότερα σημειώθηκαν βομβιστικές επιθέσεις σε διάφορα σημεία της Α., ενώ οι συγκρούσεις μεταξύ των ισλαμιστών και των δυνάμεων ασφαλείας αυξήθηκαν. Στις αρχές του 1993 μεγάλες διαδηλώσεις οργανώθηκαν στις κυριότερες πόλεις της Α. από πολιτικές και κοινωνικές οργανώσεις εναντίον της τρομοκρατίας. Οι ισλαμιστές, εξάλλου, άλλαξαν τακτική και άρχισαν να στοχεύουν διανοούμενους, δημοσιογράφους και πολιτικές προσωπικότητες, ενώ έως τότε περιορίζονταν σε στρατιωτικούς. Τον Ιούλιο του 1993 ο στρατηγός Λιαμίν Ζερουάλ έγινε υπουργός Αμύνης, ενώ λίγο αργότερα ο πρώην πρωθυπουργός Κάσντι Μέρμπαχ δολοφονήθηκε από τους ισλαμιστές. Τον Οκτώβριο το ανώτατο κρατικό συμβούλιο όρισε οκταμελή Επιτροπή Εθνικού Διαλόγου, η οποία επιφορτίστηκε με την οργάνωση της μετάβασης σε μια δημοκρατική μορφή διακυβέρνησης. Ωστόσο, τα μεγαλύτερα πολιτικά κόμματα αρνήθηκαν να μετάσχουν στη διαδικασία αυτή και στη συνέχεια ο στρατηγός Ζερουάλ ορίστηκε αρχηγός του κράτους για μια περίοδο τριών ετών.
Ο πρόεδρος Ζερουάλ προχώρησε σε αλλαγές στην ανώτατη στρατιωτική ηγεσία και εγκαινίασε ένα εθνικό συμβούλιο με διακόσια μέλη, με στόχο να αποτελέσει το πλαίσιο διεξαγωγής του διαλόγου μέχρι τις εκλογές.
Στα τέλη Αυγούστου του 1994 ορισμένα κόμματα ξεκίνησαν τον διάλογο με την κυβέρνηση, ενώ ο πρόεδρος προχώρησε στην απόλυση των δύο ηγετών του Ισλαμικού Μετώπου από τις φυλακές. Ωστόσο το Ισλαμικό Μέτωπο δεν έλαβε μέρος στον εθνικό διάλογο δηλώνοντας ότι οι διαπραγματεύσεις θα μπορούσαν να γίνουν μόνο έπειτα από γενική αμνηστία και άρση της κατάστασης πολιορκίας. Η πιο εξτρεμιστική ομάδα των ισλαμιστών, οι Ένοπλες Ισλαμικές Ομάδες, ενέτειναν κατά τη διάρκεια του 1994 τις πράξεις βίας, απειλώντας ακόμη και το Ισλαμικό Μέτωπο προκειμένου να μην αρχίσει διάλογο με το καθεστώς. Η ομάδα αυτή προειδοποιούσε καθηγητές και μαθητές να μην πηγαίνουν στα σχολεία και συνέχιζε να πλήττει με βόμβες τα σχολεία της Α. Παράλληλα οι Βέρβεροι προχώρησαν σε εκδηλώσεις διαμαρτυρίας διεκδικώντας τη διδασκαλία της γλώσσας τους στα σχολεία τους και αναγκάζοντας την κυβέρνηση να ανακοινώσει μέτρα. Οι Βέρβεροι διεκδικούσαν την αναγνώριση της γλώσσας τους ως επίσημης γλώσσας της Α.
Στα τέλη του 1994, σύμφωνα με τις επίσημες εκτιμήσεις, πάνω από 10.000 άτομα είχαν σκοτωθεί από τις αρχές του 1992 στην Α., ως συνέπεια της πολιτικής βίας, αλλά ανεπίσημες πηγές ανέβαζαν τον αριθμό στις 20.000. Οι ισλαμιστές συνέχισαν και στη διάρκεια του 1995 τις επιθέσεις τους εναντίον στρατιωτικών αλλά και εκπροσώπων του πνευματικού κόσμου ελέγχοντας ορισμένες περιοχές, αλλά και ολόκληρες συνοικίες σε μερικές περιπτώσεις. Οι δυνάμεις ασφαλείας απαντούσαν στη βία των ισλαμιστών με άγρια καταστολή σκοτώνοντας εκατοντάδες μέλη των εκτός νόμου οργανώσεων, ανάμεσά τους και ηγετικά στελέχη των ισλαμιστών.
Τον Νοέμβριο του 1995 πραγματοποιήθηκαν οι προεδρικές εκλογές και ο Λιαμίν Ζερουάλ εξελέγη πρόεδρος με ποσοστό 61%. Το χαρακτηριστικό των εκλογών αυτών ήταν ότι, παρά τις απειλές των ισλαμιστών, υπήρξε μαζική συμμετοχή των ψηφοφόρων, κάτι που ερμηνεύτηκε ως σαφής καταδίκη της τυφλής βίας που κυριαρχούσε τα τελευταία χρόνια στην Α. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης είχαν ζητήσει από τους ψηφοφόρους να απόσχουν αλλά το ποσοστό συμμετοχής έφτασε στο 75%, προσφέροντας έτσι μια νομιμοποίηση του προέδρου Ζερουάλ μέσα από την εκλογική διαδικασία. Η διαδικασία πολιτικού διαλόγου ανάμεσα στην κεντρική εξουσία και όλες τις πολιτικές δυνάμεις της Α. επισκιάστηκε κατά το επόμενο διάστημα με νέες και αγριότερες σφαγές των ισλαμιστών, όπως τον Ιούνιο του 1996, όταν δολοφόνησαν εν ψυχρώ επτά μοναχούς ή όταν τοποθέτησαν βόμβες σε πολυσύχναστα σημεία του Αλγερίου. Το καλοκαίρι του 1966 ο πρόεδρος Ζερουάλ ολοκλήρωσε τον εθνικό διάλογο με τους ηγέτες δώδεκα πολιτικών κομμάτων, δηλαδή όλων των πολιτικών δυνάμεων της Α. εκτός από το παράνομο Ισλαμικό Μέτωπο Σωτηρίας. Ο πρόεδρος πρότεινε στα κόμματα την πραγματοποίηση εθνικής συνδιάσκεψης για την αναθεώρηση του συντάγματος μέσα στο 1996, καθώς και δημοψήφισμα έως το τέλος του χρόνου και βουλευτικές εκλογές για τις αρχές του 1997.
Στις 5 Ιουνίου 1997 έγιναν πολυκομματικές βουλευτικές εκλογές, κατά τις οποίες σημειώθηκε και πάλι υψηλή συμμετοχή, αν και οι νέες απειλές των ισλαμιστών εναντίον όσων ήθελαν να ψηφίσουν επαναλήφθηκαν. Την πλειοψηφία απέσπασαν τα φιλοκυβερνητικά κόμματα Εθνικός Δημοκρατικός Συνασπισμός του προέδρου Ζερουάλ και Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, κερδίζοντας 155 και 64 έδρες, αντιστοίχως, επί συνόλου 380. Η τρομοκρατική δράση των ισλαμιστών, ωστόσο, συνεχίστηκε.
Στις προεδρικές εκλογές του 1999 νικητής αναδείχθηκε ο Αμπντελαζίζ Μπουντεφλικά με αμφιβόλου κύρους διαδικασίες. Ο πρόεδρος υποσχέθηκε γενική αμνηστία στους ισλαμιστές κρατούμενους και το 2000, σε μια κίνηση εντυπωσιασμού, συγκάλεσε επιτροπή έρευνας διεθνών οργανώσεων προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το ίδιο έτος ορκίστηκε νέα κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Αλί Μπενφλίς. Στα τέλη του έτους ξέσπασαν ταραχές που κατέληξαν στον θάνατο πάνω από 1.200 ανθρώπων. Την επόμενη χρονιά μέλη της βερβερικής μειονότητας ήρθαν σε σύγκρουση με τα κυβερνητικά στρατεύματα, απαιτώντας περισσότερες πολιτικές ελευθερίες και την επίσημη αναγνώριση της γλώσσας τους. Στις κοινοβουλευτικές εκλογές του 2002 το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, διατήρησε τον έλεγχο της κυβέρνησης. Παράλληλα, τον ίδιο χρόνο, το μόνιμο αίτημα των Βερβέρων συνάντησε την απήχηση της κυβέρνησης, που αναγνώρισε τη γλώσσα τους ως επίσημη.Η εθνική ισλαμική παράδοση. Την πρώτη συμβολή της Α. στην κλασική αραβική λογοτεχνία αποτέλεσαν οι μυστικιστικοί στίχοι και οι συλλογές αποφθεγμάτων του Αμπού Μαντιάν (1126-1197), ο οποίος ακολούθησε από άποψη τεχνοτροπίας τη σχολή της Ανδαλουσίας. Ένας από τους κυριότερους ποιητές του επόμενου αιώνα ήταν ο Αλ-Τιλιμσάνι (1216-1291), βερβερικής καταγωγής, που είχε αφιερώσει τη ζωή του στο ασκητικό-μυστικιστικό κίνημα του σουφισμού. Επίσης Βέρβερος ήταν ο Αχμέτ αλ-Γκουμπρίνι (1246-1314), ο οποίος συνέγραψε μια σειρά από λογοτεχνικά πορτρέτα των λογίων της Μπετζάια, της γενέτειράς του. Γεννημένος στο Τλέμσεν, ο Ιμπν Αμπί-Χαγκάλα (1325-1375), φιλόλογος και ποιητής, ήταν συγγραφέας πολλών έργων, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και μια περίεργη ανθολογία που έχει τον τίτλο Η ζαχαριέρα. Κατά τα πρώτα χρόνια του 15ου αι., ο Αλ-Ξαμτίνι, που είχε γεννηθεί στην Κωνσταντίνη και ήταν δικαστής στην ίδια πόλη, έγραψε σύντομες βιογραφίες 500 προσωπικοτήτων που έζησαν μετά τον Μωάμεθ, καθώς και μια ιστορία της δυναστείας των Χαφσιδών. Ο Αλ-Μαντάρι (1591-1632) επιδόθηκε επίσης στην ιστοριογραφία, και είναι ο συγγραφέας μιας ιστορίας της μουσουλμανικής Ισπανίας που φέρει τον ποιητικό τίτλο Η πνοή των αρωμάτων.
Τον 19ο αι. ορισμένοι συγγραφείς ήσσονος σημασίας συνέγραψαν ταξιδιωτικές εντυπώσεις, φιλολογικά και θρησκευτικά έργα· πάντοτε κατά τη διάρκεια του ίδιου αιώνα και ίσως και λίγο νωρίτερα άρχισε η συγγραφή και στην αραβική διάλεκτο (η αλγερινή, μαζί με τη μαροκινή, την τυνησιακή και τη διάλεκτο της Λιβύης, αποτελούν την ομάδα των διαλέκτων του Μάγρεμπ). Μετά τη γαλλική κατάκτηση, που άρχισε το 1830, οι μεντάχ (λαϊκοί ποιητές) τραγούδησαν τον πόνο των νικημένων και ύμνησαν το πνεύμα αντίστασης κατά του εισβολέα.
Στην πρώτη σύγκρουση με τους Γάλλους εισβολείς αναφέρονται δύο ανώνυμα μοιρολόγια που αντλούν τη θεματική τους από την πτώση του Αλγερίου (1831) και την κατάληψη της Κωνσταντίνης (1837). Περήφανα πατριωτικά τραγούδια συνέθεσε επίσης και ο πιο ψυχωμένος αντίπαλος των Γάλλων, ο ιδιοφυής και καλλιεργημένος Αμπντ ελ-Καντίρ (1808-1883), ο οποίος ασχολήθηκε και με άλλα συγγραφικά είδη. Αυτό το πολυσύνθετο πνεύμα που για δεκαπέντε χρόνια εμπόδισε την προέλαση των 100.000 Γάλλων, αφού συνελήφθη και έζησε πέντε χρόνια αιχμαλωσίας στη Γαλλία, μπόρεσε τέλος να βρει καταφύγιο στη Δαμασκό όπου και πέθανε. Ύστερα από αυτόν, το 1871, ο Βέρβερος ποιητής Σι Μοχάντ (περ. 1840-1906) από την Καβυλία, που ήταν επικεφαλής μιας άτυχης εξέγερσης, έγραψε στη μητρική του γλώσσα τραγούδια που παραμένουν ακόμα πολύ λαοφιλή.
Την ίδια εποχή περίπου (1870), στα νότια του Οράν, ο Μοχάμετ Μπελχέιρ έκανε τα λόγια του πραγματικότητα· υμνεί με πάθος την αντίσταση και ταυτόχρονα συμμετέχει σε αιφνιδιαστικές επιθέσεις, καθώς και σε αιματηρές επαναστάσεις που οργανώνονται από τη φυλή του. Μέχρι την εποχή του Β’ Παγκοσμίου πολέμου η τάση εξύμνησης ανδραγαθιών και αναπόλησης του ένδοξου παρελθόντος υπογραμμίζεται όλο και περισσότερο στη γραφίδα των λογοτεχνών και διανοουμένων της χώρας (αναφέρουμε ενδεικτικά τον Αλ-Μουμπάρακ, τον Αλ-Μιλί και τον Αχμέτ Ταουφίκ αλ-Μαντάνι). Μετά το 1945 η μεγαλύτερη μερίδα των Αλγερινών ποιητών γράφει στα γαλλικά. Η ημερομηνία της 8ης Μαΐου εκείνου του χρόνου θα αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα για την έμπνευση των λογοτεχνών· μια εξέγερση που ξέσπασε στο Ορές πνίγηκε στο αίμα. Όλο το έργο του Κατέμπ Γιασίν, μυθιστοριογράφου και ποιητή, θα φέρει τα σημάδια αυτού του αποτρόπαιου γεγονότος. Ο απελευθερωτικός αγώνας (1954-62) θα επηρεάσει θετικά την έμπνευση των ποιητών, αρκετοί από τους οποίους (όπως ο Μαλέκ Χαντάντ, ο Μουράτ Μπουρμπούν, ο Μοχάμετ Ντιμπ και η Άσια Τζεμπάρ) είναι επίσης και πεζογράφοι. Επισημαίνουμε επίσης την παρουσία αρκετών Αλγερινών συγγραφέων ευρωπαϊκής καταγωγής (Ζαν Σενάκ, Ανρί Κρεά και Άννα Γκρέκι).
Οι δύο πολιτισμοί. Η Α. διαθέτει έναν αρκετά μεγάλο αριθμό συγγραφέων που γράφουν στα γαλλικά. Κατά το παρελθόν, χωρίς να χρειάζεται να αναχθούμε στην εποχή του εμίρη Αμπντ ελ-Καντίρ που έγραψε στην εξορία ποιήματα και ένα έργο με τον τίτλο Επίκληση στην ευφυΐα, υπήρχαν στην Α. λόγιοι (όπως ο Μπενσενέμπ) που προσπαθούσαν να διατηρήσουν τη φλόγα του αραβικού πολιτισμού. Ωστόσο, μονάχα μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο γεννιέται η αλγερινή λογοτεχνία, η οποία όμως εκφράζεται στα γαλλικά.
Μια νέα λογοτεχνία αναπτύσσεται κατ’ αρχήν από τους λογοτέχνες δυτικής παιδείας, κυρίως της λεγόμενης Σχολής του Αλγερίου, στους κόλπους της οποίας εμφανίστηκαν συγγραφείς όπως ο Αλμπέρ Καμί, ο Εμανουέλ Ρομπλές, ο Γκαμπριέλ Οντιζιό και ο Ζαν Πελεγκρί. Ωστόσο, το έργο τους δεν τοποθετείται από τη σύγχρονη κριτική στην αλγερινή λογοτεχνική δραστηριότητα. Η πραγματική και αυθεντική νέα λογοτεχνία της Α. γεννιέται στις αρχές της δεκαετίας του 1950 και αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα (1954-62), αν και οι Αλγερινοί συγγραφείς εκφράζονται σχεδόν αποκλειστικά στα γαλλικά, τόσο στο μυθιστόρημα όσο και στο δοκίμιο. Η λογοτεχνία αυτής της περιόδου χαρακτηρίζεται από έναν νατουραλιστικό τόνο, καταθέτει εμπειρίες της αντίστασης, εκφράζει ενθουσιασμό για τη νέα κοινωνία που θα οικοδομηθεί αλλά και τις δυσκολίες που δημιούργησε η συνύπαρξη δύο πολιτισμών (του αραβοβερβερικού και του γαλλικού), καθώς και την εξέγερση ενάντια στις αγκυλώσεις της μουσουλμανικής κοινωνίας. Ποιητική, διαυγής και ορμητική, η λογοτεχνία αυτή αντικατοπτρίζει τις πολλαπλές εμπειρίες της αλγερινής ψυχής. Το πρώτο σημαντικό μυθιστόρημα της νέας λογοτεχνίας είναι αναμφίβολα Ο γιος του φτωχού (1950) που γράφτηκε από έναν φτωχό δάσκαλο από την Καβυλία, τον Μουλούντ Φεραούν (1913-1962).
Στα δύο επόμενα μυθιστορήματα, Γη και αίμα και Ανηφορικοί δρόμοι, πραγματεύεται το πρόβλημα της μετανάστευσης, ιδιαίτερα οξύ για τους Καβύλους που αποτελούν την πλειοψηφία του αλγερινού πληθυσμού στη Γαλλία. Στον Μουλούντ Φεραούν οφείλουμε, εκτός από αυτά τα έργα του που αποτελούν σχεδόν μια τριλογία, μια ποιητική συλλογή και, τέλος, το Ημερολόγιο, που είναι ένας απολογισμός των συμβάντων του πολέμου της Α.
Ένας άλλος Καβύλος διηγηματογράφος είναι ο Μουλούντ Μαμέρι. Επικρινόμενος από τους Αλγερινούς διανοουμένους που τον κατηγορούν ότι περιέγραψε τη χώρα ως διαλυμένη από τις εσωτερικές διαμάχες, ο Μαμέρι δημοσίευσε το 1952 τον Ξεχασμένο λόφο, μετά τον Ύπνο του δικαίου (1955) και, το 1964, συμπλήρωσε την τριλογία του με το Όπιο και το ραβδί.
Ο Μοχάμετ Ντιμπ στα μυθιστορήματά του μιλά αντίθετα για μια άλλη περιοχή της Α., τη δυτική (Μάγρεμπ = Δύση). Η περιπέτεια ενός προσώπου, του Ομάρ, εκτυλίσσεται στην τριλογία Α. Ι: το μεγάλο σπίτι, Α. ΙΙ: Η πυρκαγιά και Α. ΙΙΙ: Η τέχνη του υφαίνειν. Τα τρία αυτά βιβλία αποτελούν μια τριλογία, στην οποία ο συγγραφέας περιγράφει την απλή ζωή των κατοίκων της περιοχής του Τλέμσεν, που είναι η γενέτειρά του, καθώς και την αγωνία των ανθρώπων μπροστά στα τραγικά γεγονότα της περιόδου 1939-43. Στο τελευταίο του μυθιστόρημα, Ο Θεός στη Βερβερία (1970), μας δίνει ένα πανόραμα της Α. την επαύριο της ανεξαρτησίας. Ανάμεσα στους καλύτερους σύγχρονους Αλγερινούς συγγραφείς συγκαταλέγεται αναμφισβήτητα και η συγγραφέας Άσια Τζεμπάρ. Ύστερα από δύο μυθιστορήματα, Η δίψα και Οι ανυπόμονοι (1957-58), η Άσια Τζεμπάρ στο έργο της Παιδιά του νέου κόσμου και στο μυθιστόρημα Αθώοι κορυδαλλοί δημιουργεί πειστικά γυναικεία πρόσωπα, τα οποία συμμετέχουν στον απελευθερωτικό αγώνα. Ο Μουράτ Μπουρμπούν, που γεννήθηκε στο Τζιτζέλι, είναι ένας από τους πιο σημαντικού σύγχρονους Αλγερινούς μυθιστοριογράφους. Το πρώτο του βιβλίο, Το βουνό με τα σπάρτα, τον έκανε αμέσως γνωστό. Ακολούθησαν Το ειδωλολατρικό προσκύνημα και Ο μουεζίνης. Και αυτός, όπως όλοι οι συνάδελφοί του, χρησιμοποιεί ως πηγή έμπνευσης τον πόλεμο. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί ο Μαλέκ Ουαρί που στο μοναδικό του μυθιστόρημα Το σιτάρι στη μυλόπετρα αναφέρεται στην εποχή της προ του αποικισμού Καβυλίας. Ο ίδιος είναι επίσης ο συγγραφέας μιας μελέτης σχετικά με τους Δρόμους της μετανάστευσης. Δύο ποιητές και μυθιστοριογράφοι από την Καβυλία κατατάσσονται ξεχωριστά: ο Ζαν Αμρούς και η αδελφή του Μαργκερίτ Ταός· και οι δύο έζησαν με πραγματικό σπαραγμό τον πόλεμο της Α. Στον Ζαν Αμρούς οφείλονται έργα όπως το Οι στάχτες και Το μυστικό αστέρι και στίχοι όπως αυτοί που περιλαμβάνονται στη συλλογή Βερβερικά τραγούδια της Καβυλίας. Η Μαργκερίτ Ταός είναι η συγγραφέας μιας συλλογής βερβερικών μύθων που φέρουν τον τίτλο Το μαγικό σπυρί. Η μητέρα του Ζαν και της Μαργκερίτ έχει γράψει το έργο Ιστορία της ζωής μου.
Τα τελευταία χρόνια οι Αλγερινοί διανοούμενοι προσπάθησαν να επανασυνδεθούν με το παρελθόν τους και τον κλασικό αραβικό πολιτισμό και, μάλιστα, να δημιουργήσουν μια εθνική κουλτούρα, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν έντονες τάσεις έκφρασης των ιδιαιτεροτήτων εθνικού-τοπικού χαρακτήρα – όπως εκφράζονται, για παράδειγμα, από τον Μαλέκ Ουαρί (Ποιήματα και τραγούδια της Καβυλίας) ή τον Αζεντίν Μπουνεμέρ (Οι ληστές του Άτλαντα). Στις δυσκολίες αυτές θα πρέπει να προστεθεί και η γαλλική επίδραση, ιδιαίτερα εμφανής σε έργα πολιτικού ή κοινωνικού χαρακτήρα. Πράγματι, το μεγαλύτερο μέρος αυτών των έργων απευθύνεται στους πολυπληθείς Αλγερινούς που ζουν στη Γαλλία και παραμένουν ευαίσθητοι στα προβλήματα του τόπου καταγωγής τους, αλλά και σε όσα σχετίζονται με την πολιτιστική τους ενσωμάτωση στη χώρα υποδοχής τους.Από την προϊστορία έως τον καρχηδονιακό πολιτισμό. Οι πρώτες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις στην Α., που ανάγονται στη νεολιθική εποχή, συνίστανται σε ζωγραφικές αναπαραστάσεις και βραχογραφίες, πολυάριθμα δείγματα των οποίων υπάρχουν στην αλγερινή Σαχάρα. Οι πιο σημαντικές είναι, δίχως άλλο, εκείνες του Τασίλι-ν-Ατζέρ, που μας παρέχουν πολλές ενδείξεις για την καλλιτεχνική συγγένειά τους με τη μεσολιθική τέχνη της Ισπανίας και την τέχνη των Βουσμάνων της νότιας Αφρικής.
Αντίθετα, δεν είναι μεγάλης αξίας τα μνημεία του μεγαλιθικού πολιτισμού. Οι τύμβοι (κερκούρ ή ργκεμ στα αραβικά, μπαζίνα στα βερβερικά) αποτελούνται από απλούς πέτρινους κλιμακωτούς σωρούς· οι σούσαχ είναι νεκρικά κτίσματα κυλινδρικού σχήματος που μόλις ξεπερνούν τα δύο μέτρα· τα κρόμλεχ (περίφραχτοι κυκλικοί χώροι από πυκνοτοποθετημένες πέτρες) και τα ντόλμεν, που είναι πολλά μαζί συγκεντρωμένα σαν πραγματικές νεκροπόλεις (πολλά από αυτά όμως ανήκουν σε εποχές που ανάγονται σε ιστορικές περιόδους).
Όψιμης επίσης εποχής θεωρούνται οι γκεντάρ (δηλαδή κατασκευές) της περιοχής του Οράν, τύμβοι τετράγωνου σχήματος με εσωτερικό νεκρικό δωμάτιο, κλιμακωτή πυραμίδα και διάδρομο. Τα ευρήματα της καρχηδονιακής εποχής, που χαρακτηρίζονται από τον εμπορικό επεκτατισμό του ομώνυμου λαού, είναι μάλλον αρχαιολογικού χαρακτήρα παρά καλλιτεχνικού. Μολύβδινα νομίσματα που ανακαλύφθηκαν στο Αλγέρι μαρτυρούν την ύπαρξη, κατά τη διάρκεια του 4ου-3ου αι. π.Χ., μιας καρχηδονιακής τράπεζας που ονομαζόταν Ικοσίμ (η λέξη είναι η ρίζα του λατινικού ονόματος Ιcosium με το οποίο οι Ρωμαίοι ονόμαζαν το Αλγέρι).
Η ανακάλυψη μιας νεκρόπολης με σκεύη της εποχής του 4ου-3ου αι. π.Χ. κοντά στην Τιπάσα επικυρώνει την άποψη ότι η ρωμαϊκή αποικία ήταν καρχηδονιακής προέλευσης.
Ο ρωμαϊκός αποικισμός. Γενικά υπήρχε η άποψη ότι οι Ρωμαίοι δεν είχαν διεισδύσει βαθιά στην Α. και τη Σαχάρα. Ομως οι έρευνες στο Fossatum Αfricae αποδεικνύουν ότι η ρωμαϊκή επέκταση προς τον νότο υπήρξε πιο βαθιά και πιο γρήγορη απ’ όσο πιστευόταν. Ήδη από την εποχή του Αδριανού μια λεγεώνα είχε εγκατασταθεί στο μεγάλο στρατόπεδο της Γκεμέλε, 30 χλμ. νοτιοδυτικά της Μπίσκρα, στα άκρα της Σαχάρας. Το σύστημα οχυρώσεων του Fossatum Αfricae περιλαμβάνει μια σειρά από κάστρα και άλλες κατασκευές. Tα μεγάλα στρατόπεδα του Rapidum, της Gemellae και του Lambaesis (Λαμπέζι) μετατράπηκαν σε πόλεις. Εκτός από τις μνημειώδεις πύλες, στην Αφρική υπάρχουν οι αψίδες με την πιο πλούσια διακόσμηση ολόκληρης της αυτοκρατορίας, οι οποίες είχαν κατασκευαστεί περισσότερο για πολεοδομικούς λόγους παρά ως φόρος τιμής. Εκτός από την αψίδα που χρησιμεύει ως πύλη, όπως η αψίδα του Τhubursicum Νumidarum (Χεμίσα), είναι διαδεδομένο επίσης το είδος της αψίδας με ένα τόξο και κολόνες στηριγμένες σε ψηλά βάθρα (Αΐν-Ζάνα και Μαρκούνα). Tο πιο μεγαλοπρεπές δείγμα είναι η αψίδα του Καρακάλλα στην Τζεμίλα με δύο ζεύγη κολόνες και δύο στήλες με τύμπανα στα πλάγια του υπερώου. Η ονομαζόμενη αψίδα του Τραϊανού στο Τιμγκάντ έχει τρία τόξα και ένα αρχιτεκτονικό στιλ πλούσιο σε χρώμα και κίνηση.
Η πιο σωστή, πολεοδομικά, από τις ρωμαϊκές αφρικανικές πόλεις είναι η Τιμγκάντ, η Πομπηία της Αφρικής, αποικία Ρωμαίων βετεράνων χτισμένη σύμφωνα με τα πρότυπα των ρωμαϊκών στρατοπέδων, πάνω σε ένα υψίπεδο 1.000 μ. που περιβάλλεται από τις οροσειρές του Ορές, περιοχή όπου επιβιώνουν ακόμα οι βερβερικές παραδόσεις. Είναι ένα τετράγωνο που διασχίζεται από τις μεγάλες ρωμαϊκές οδικές αρτηρίες, καθώς και από τους μικρότερους δρόμους με αποτέλεσμα τον σχηματισμό μικρών τετραγώνων. Η πόλη ξεπέρασε τα όρια του πολεοδομικού σχεδίου της, που είχε γίνει επί Τραϊανού, φτάνοντας σε έκταση τα 500 τ. χλμ., ενώ το αρχικό σχέδιο προέβλεπε μέγεθος μόλις 120 τ. χλμ. Παρότι ήταν μια μικρή και ήρεμη πόλη βετεράνων με 15.000 κατοίκους, ακόμα και σήμερα μας δίνει μια ιδέα για το υψηλό επίπεδο ζωής των Ρωμαίων της Αφρικής, με τα 14 λουτρά της, τη βιβλιοθήκη, την αψίδα του Τραϊανού, τις καμάρες, τις κιονοστοιχίες, τις αψίδες και διάφορα άλλα οικοδομήματα.
Συγκρινόμενο με το αυστηρό πολεοδομικό σχέδιο της Τιμγκάντ, το σχέδιο της Τζεμίλα παρουσιάζεται σχεδόν άναρχο. Και αυτή η πόλη ιδρύθηκε ως αποικία βετεράνων, από τον Νέρβα. H θέση της παρέχει δυνατότητα ελέγχου των κοιλάδων· η πόλη επεκτάθηκε πέρα από το αρχικό της σχέδιο και το κέντρο της σιγά-σιγά απομακρύνθηκε από το ακρωτήριο πάνω στο οποίο είχε χτιστεί· τα οικοδομήματα κάλυψαν τις πλαγιές, μια νέα αγορά δημιουργήθηκε στο σημείο επαφής με την παλιά πόλη (εποχή των Σεβήρων) και χτίστηκαν νέα οικοδομικά τετράγωνα. Η Τζεμίλα, με αυτό τον τρόπο, προσάρμοσε το σχέδιό της στις ιδιομορφίες της γης και αποτέλεσε έξοχο υπόδειγμα ζωντανής πόλης. Χαρακτηριστικό των αφρικανικών και των ασιατικών πόλεων από τον 2ο αι. και μετά είναι το φαινόμενο δημιουργίας νέων αγορών ανεξάρτητων από τις προϋπάρχουσες, όπως συνέβη για παράδειγμα στο Τhubursicum την εποχή του Τραϊανού και του Αυρηλιανού και στην Τζεμίλα την εποχή του Αδριανού και του Καρακάλλα. Στην Τζεμίλα η νέα αγορά –η λέξη χρησιμοποιείται με την αρχαία της σημασία– δημιουργήθηκε απέναντι από την πύλη στο παλιό σταυροδρόμι. Eίχε σχήμα ακανόνιστο, μια στοά με κιονοστοιχίες, δύο ναούς χτισμένους στον λόφο και μια αψίδα του Καρακάλλα. Aυτή η πλατεία, με το ποικιλόμορφο σχήμα της, αποτελεί ίσως το πιο ωραίο αρχιτεκτονικό σύνολο της ρωμαϊκής Αφρικής. Το Καπιτώλιο έβλεπε στην αγορά σύμφωνα με την παράδοση. Στην Τιμγκάντ, αντίθετα, ήταν χτισμένο σε ένα από τα δυτικά προάστια, διακρινόταν όμως για τη μεγαλοπρέπειά του και περιβαλλόταν από έναν περίγυρο με τοξοστοιχίες.
Η μεγάλη και μεγαλοπρεπής Καισάρεια (Σερσέλ), που είχε εξωραϊστεί χάρη στη γενναιοδωρία του Ιόβα Β’, είχε ένα θέατρο, ένα αμφιθέατρο, στέρνες και υδραγωγεία. Όμως από την αγορά της, τους ναούς και τα άλλα οικοδομήματά της πολύ λίγα διασώζονται, ενώ από τον διάκοσμο των σπιτιών σώθηκαν πολλά μωσαϊκά και αγάλματα. Αλλά τα πιο μεγαλοπρεπή ερείπια είναι αυτά των λουτρών, που χαρακτηρίζονται από μια τέλεια συμμετρία έτσι όπως είναι αρμονικά διευθετημένοι οι ουσιαστικοί χώροι, πάνω σε έναν βραχύ άξονα, ενώ μια σειρά από αίθουσες είναι διατεταγμένες κατά μήκος.
Δημιουργήματα της ρωμαϊκής πολεοδομίας και τεχνικής είναι οι δεξαμενές και τα υδραγωγεία που κοσμούσαν και ύδρευαν τη χώρα. Το πιο ωραίο υδραγωγείο είναι της Καισάρειας με τρεις σειρές από καμάρες. Από τα γεφύρια διασώθηκαν ελάχιστα ίχνη. Αφού καταστράφηκε το γιγαντιαίο της Κωνσταντίνης που το έχει περιγράψει ο Άραβας γεωγράφος Αλ-Ιντρίσι, απομένουν μόνο το γεφύρι Ελ-Καντάρα που φέρει το όνομα της ονομαστής ρωμαϊκής γέφυρας (με μία μόνο πέτρινη καμάρα) και το γεφύρι της Τεμπέσα.
Τα σπίτια ήταν μάλλον φτωχά. Το αρχιτεκτονικό ρωμαϊκό σχέδιο είχε αναπροσαρμοστεί και μόνο η εσωτερική αυλή με τις τοξοστοιχίες, που αποτελούσε τον κεντρικό πυρήνα της οικογενειακής ζωής, θυμίζει κάτι από αυτό. Περισσότερο φροντισμένες ήταν οι εξοχικές βίλες. Οι βίλες των αρχόντων χτίζονταν πάνω σε πρότυπα, ήδη γνωστά στην Ιταλία, τη Γαλατία και τη Γερμανία, και αποτελούνταν από ένα επίμηκες χτίσμα ανάμεσα σε δύο προεξέχοντα κτίσματα. Τα πολυάριθμα μωσαϊκά μαρτυρούν την εξέλιξη της βίλας με τη μετωπική στοά σε μια συγκεντρική οικοδομή. Οι βίλες, των οποίων το κεντρικό κτίσμα ήταν μια υπερυψωμένη στοά ανάμεσα σε δύο οξυκόρυφους πύργους, περιβάλλονταν από περιτείχισμα ή είχαν κυβικό σχήμα και χτίζονταν συνήθως σε ευάερες τοποθεσίες. Το υψηλό πολιτιστικό επίπεδο της Αφρικής μαρτυρεί ο μεγάλος αριθμός θεάτρων, των οποίων η μεγάλη χωρητικότητα είναι δυσανάλογη με τον μικρό σχετικά αριθμό κατοίκων της πόλης. Τα θέατρα ήταν συνήθως σκαλισμένα στην πλαγιά ενός λόφου, μέθοδος που είναι πιο οικονομική και εφαρμόστηκε από τους Έλληνες. Αρκετά όμως θέατρα έχουν κατασκευαστεί σε υπερυψωμένα σημεία, κατά τη ρωμαϊκή μέθοδο. Ανάλογο με το λιβυκό θέατρο της Σαμπράθα είναι το θέατρο της Τζεμίλα, που έχει όμοια μετωπική σκηνή, ημικυκλική εξέδρα ανάμεσα σε δύο άλλες τετράγωνες και όμοιο λογείο (μπροστινό μέρος του προσκηνίου). Στο θέατρο της Τιμγκάντ υπάρχει μια στοά με κιονοστοιχίες πίσω από τη σκηνή, η οποία βλέπει σε μια αυλή που επικοινωνεί με τον δρόμο. Το θέατρο της Ιππώνας έχει δύο αψιδωτούς χώρους που συνδέονται με το λογείο, το οποίο στολίζεται με γεωμετρικές παραστάσεις. Το θέατρο της Καισάρειας, τέλος, μετατράπηκε σε αμφιθέατρο.
Η μουσουλμανική τέχνη στην Α. Η αραβική κατάκτηση της Α. που άρχισε τον 7ο αι. ολοκληρώθηκε τον επόμενο, με την ήττα του βερβερικού βασιλείου του Κουσαΐλα, των Βυζαντινών και στη συνέχεια της μυθικής βασίλισσας του Ορές (Καχίνα). Τα πρώτα τεμένη προβάλλουν κατά την περίοδο ανάμεσα στον 9ο και 10ο αι. και στην αρχή η μουσουλμανική τέχνη παρουσιάζει αρκετούς δεσμούς με τη χριστιανική. Τα ερείπια της Σεντράτα κοντά στην Ουάργκλα παρουσιάζουν την ανάμειξη ξένων στοιχείων με τα τοπικά. Στις αρχές του 10ου αι. μια ομάδα από διαφωνούντες, που αναγκάστηκαν σε φυγή λόγω της κατάκτησης του βασιλείου τους (Ταχάρτ) από τους Φατιμίδες, κατέφυγε σε αυτή την όαση της αλγερινής ερήμου που βρίσκεται σε μια απόσταση 600 χλμ. από το Αλγέρι. Εδώ ανακαλύφθηκαν κατοικίες και στοές που υπενθυμίζουν την επιρροή του αρχαίου μεσοποταμιακού Καΐρου και της Σαμάρα, αλλά φέρνουν στον νου ακόμα περισσότερο τη χριστιανική τέχνη της Αιγύπτου που έχει ως χαρακτηριστικό γνώρισμα τις γύψινες διακοσμήσεις. Μετά τη μετάβαση των Φατιμιδών στην Αίγυπτο, η ευθύνη για την άμυνα και τη διοίκηση της χώρας πέρασε στα χέρια των εμίρηδων Σανχάτζα, από τη δραστηριότητα των οποίων δεν επιζούν παρά ελάχιστα ίχνη. Βάσεις αυτής της πολεμικής φυλής (Σανχάτζα) ήταν το Ασίρ, πάνω στα νοτιοδυτικά βουνά, και η Κα’λ’α (ακρόπολη) που ιδρύθηκε το 1007, στα νότια της Μπετζάια. Η πόλη συνίσταται σε ένα μεγάλο παλάτι του οποίου το κεντρικό μέρος, Νταρ αλ-Μπαχρ, περιλαμβάνει μεγάλους ελεύθερους χώρους με εσωτερική αυλή και μια στέρνα. Το αρχιτεκτονικό σχέδιο του παλατιού είναι δυνατόν να περιγραφεί λεπτομερώς με τη βοήθεια ορισμένων ιστορικοφιλολογικών πηγών και απ’ ό,τι έχει επιζήσει από το κάστρο, που κάποτε αποτελούσε ένα επιβλητικό οικοδόμημα με προεξέχοντα χτίσματα, αρμονικές εσοχές και θόλους κατά την τεχνοτροπία της Μεσοποταμίας. Οι Βέρβεροι, εδώ, αφομοιώνουν εκλεκτικά χαρακτηριστικές σασσανιδικές φόρμες, αρχιτεκτονικές επιρροές από τους Αββασίδες, την περίτεχνη ανάγλυφη αραβική διακόσμηση και την περσική κεραμευτική. Η εισβολή των Αράβων της φυλής Χιλάλ το 1050 είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή της ανατολικής Βερβερίας και από τότε όλα τα ενδιαφέροντα στράφηκαν προς το Μάγρεμπ, τη δυτική χώρα. Από τον 11ο αι. και ύστερα η δυτική Βερβερία θα γίνει καλλιτεχνική επαρχία της Ισπανίας, γεγονός που πιστοποιείται ολοκάθαρα αν παρατηρήσουμε το Μεγάλο Τέμενος της Κόρντομπα, που αποτελεί το πρότυπο προς μίμηση.
Κατόπιν εντολής του Γιουσούφ ιμπν Τασφίν, του πρώτου των Αλμοραβιδών, κατασκευάστηκε το 1096 στο Αλγέρι το Μεγάλο Τέμενος, του οποίου όμως έχει καταστραφεί η διακόσμηση· το οικοδόμημα αποτελείται από μια αίθουσα υπόστυλη, έναν βραχύ διάδρομο με τρίκεντρα τόξα που στηρίζονται σε κολόνες και παράλληλες σκεπές καλυμμένες με κεραμίδια. Στο εσωτερικό εναπομένει ένας άμβωνας από κέδρο με 45 σκαλιστά διακοσμητικά τετραγωνίδια. Το μεγάλο τέμενος του Τλέμσεν, του οποίου η κατασκευή τελείωσε το 1136, έχει πλούσιες γύψινες διακοσμήσεις και ο θόλος σχηματίζεται από διασταυρούμενα τόξα διακοσμημένα με διάφορα στοιχεία στις γωνίες. Άλλα σημαντικά μουσουλμανικά μνημεία είναι το τζαμί του Σίντι Μπου Μαρουάν (1035) στην Ανάμπα, το τέμενος του Σίντι μπελ-Χασάν (σήμερα αρχαιολογικό μουσείο) στο Τλέμσεν (1296) και το Μεγάλο Τέμενος της Κωνσταντίνης του 14ου αι.
Τον 16ο αι. οι Τούρκοι εισήγαγαν τεμένη δικής τους τεχνοτροπίας με πεπλατυσμένο θόλο και σκαλιστά μάρμαρα, όμως μόνο τα σπίτια ιδιωτών και οι βίλες παρουσιάζουν κάποιο ενδιαφέρον, έτσι όπως εναρμονίζεται με το τοπίο το λευκό τους χρώμα και το κυβικό τους σχήμα. Το στιλ ρουστίκ διατηρείται στις περιοχές των Βερβέρων που έχουν διαφυλάξει την αυθεντικότητά τους όπως η Καβυλία, ο ορεινός όγκος του Ορές ή οι οάσεις του Μζαμπ, ο Ριφ και ο Άτλαντας.
Η δυτική επιρροή. Οι Ευρωπαίοι που εισάγουν στις αρχές του 20ού αι. τη δυτική αρχιτεκτονική επηρεάστηκαν και αυτοί με τη σειρά τους, έστω και επιφανειακά, από την εξωτερική αραβική γοητεία. Η Δύση επηρέασε και τη ζωγραφική· αρκετοί καλλιτέχνες αποδέχτηκαν την ευρωπαϊκή τεχνική και αφιερώθηκαν στην τοπιογραφία. Άλλοι ωθήθηκαν από τις επαφές με τα ευρωπαϊκά καλλιτεχνικά ρεύματα και ξεπέρασαν τον σκόπελο των παραδόσεων και των διαφόρων σχολών.
Οι νέοι ευαισθητοποιήθηκαν από ευρωπαϊκές σχολές –φοβισμός, κυβισμός, εξπρεσιονισμός, αφηρημένη τέχνη– και περισσότερο από τις αναζητήσεις γύρω από τα νέα υλικά, που διεξήχθησαν από την ομάδα Αουσέμ. Οι διάφορες λύσεις που υιοθετήθηκαν, τόσο από εικονικούς καλλιτέχνες που έκλιναν είτε σε σκληρές σχηματικές συνθέσεις, όπως ο Ισιαχέμ ή ο Ζεράρτι, είτε σε μια αφηρημένη φόρμα που ακολουθούσε τεχνοτροπικά τον Κλέε ή τον Τόμπι, όπως ο Χάντα, ή σε έναν αφηρημένο εξπρεσιονισμό, όπως ο Μέσλι, χαρακτηρίζονται γενικά από ένα είδος εγγενούς βίας, της οποίας οι ρίζες βρίσκονται σε έναν αυθόρμητο φοβισμό όσο και σε ένα επαναστατικό δυναμικό που προκύπτει από νέες πολιτικές συνθήκες. Κατά τελείως διαφορετικό τρόπο, στο πλαίσιο ενός ενημερωμένου εμπειρισμού, υδατογραφίες που προέρχονται από τις μελέτες πάνω στην art brut του νοσοκομείου της Μπλίντα, φτάνουν στις καλλιτεχνικές απαρχές της αρχαίας ανεικονικής τέχνης, της πιο φωτεινής γεωμετρικής ισλαμικής αφαίρεσης.Ανάμεσα στο 1895 και το 1960 γυρίστηκαν στο Μάγρεμπ περισσότερες από διακόσιες ταινίες, πράγμα που επιβεβαιώνει το γεγονός ότι η Α. θεωρήθηκε ιδανικός τόπος για εξωτικά σκηνικά και πηγή προσφοράς εύκολου τοπικού χρώματος. Από αυτή την πλημμυρίδα εξωτισμού, σε χαμηλό κόστος, διασώζονται μόνο τα ακόλουθα έργα μικρού μήκους: Η προσευχή του μουεζίνη, Ο δρόμος Μπαμπ-Αζούν και Η εκφόρτωση στο λιμάνι του Φελίξ Μεσγκίς, που ήταν οπερατέρ των αδελφών Λιμιέρ και είχε τις απαραίτητες γνώσεις που του επέτρεψαν να αποδώσει ορισμένες ζωντανές και αληθινές στιγμές της ζωής του Αλγερίου. Ο πραγματικός αλγερινός κινηματογράφος γεννιέται με τα πρώτα σκιρτήματα για ελευθερία, τόσο στους τόπους εξορίας (Τύνιδα), όσο και στην ίδια την Α. (Τζέμπελ). Ανάμεσα στο 1954 (αρχή της επανάστασης) και στο 1962, αυτοδίδακτοι οπερατέρ ανέλαβαν το καθήκον να κινηματογραφήσουν ένα μέρος από το επαναστατικό κίνημα. Από αυτή τη δραστηριότητα προέκυψαν ταινίες όχι τέλειες, αλλά πολύ συγκινητικές, όπως οι Γιασμίν, Τα τουφέκια της λευτεριάς, Η Αλγερία στις φλόγες και Τζαζαϊρούνα.
Με την ανεξαρτησία, το νεοσύστατο κράτος της Α. προσπάθησε να αξιοποιήσει, στο μικρότερο χρονικό διάστημα και με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, την ήδη υπάρχουσα υποδομή και να αναπτύξει τη δυναμικότητα της κινηματογραφίας της χώρας. Η προσπάθεια του υπουργείου Πληροφοριών –στο οποίο υπάγεται το μεγαλύτερο τμήμα της αλγερινής κινηματογραφίας– είχε στραφεί αρχικά στην προσπάθεια ιστορικής περιγραφής του επταετούς απελευθερωτικού αγώνα της χώρας. Από αυτή την αντιμετώπιση προέκυψαν πολλές ταινίες που, σχεδόν ολοκληρωτικά, βασίζονται σε επεισόδια του πολέμου. Το έργο του Ζακ Σαρμπί Μια τόσο νέα ειρήνη, που έλαβε το βραβείο του Νέου Κινηματογράφου στο φεστιβάλ της Μόσχας, βασίζεται στο δράμα των ορφανών, τα οποία έχουν επηρεαστεί από το κλίμα βίας που τα περιέβαλε στα χρόνια του πολέμου.
Η πρώτη αλγερινή ταινία μεγάλης διάρκειας γυρίστηκε το 1966: Η αυγή των κολασμένων, του Αχμέτ Ρασεντί, μια αναδρομή στην ιστορία της αφρικανικής ηπείρου, από την προ του αποικισμού εποχή μέχρι τα μεταπολεμικά χρόνια, βασισμένο σε ένα σχόλιο μερικές φορές λυρικό και μερικές φορές οξύ, που εξέφραζε την αφρικανική άποψη σχετικά με τη μοίρα της ηπείρου και η οποία κέρδισε στο φεστιβάλ της Λειψίας το 1966 το βραβείο του Διεθνούς Συμβουλίου της Ειρήνης. Κατά την ίδια περίοδο η αλγερινή κινηματογραφία προχώρησε σε σημαντικές συμπαραγωγές που της επέτρεψαν την πραγματοποίηση έργων όπως το Ζ του Κώστα Γαβρά, Η μάχη του Αλγερίου που σκηνοθέτησε ο Τζίλο Ποντεκόρβο με την ιστορική επιμέλεια του Γιάσεφ Σααντί, ενός από τους αρχηγούς του απελευθερωτικού αγώνα, που ήταν υπεύθυνος για την κάσμπα. Η ταινία αφηγείται τον ανταρτοπόλεμο των πόλεων, εναντίον του καθεστώτος της γαλλικής κατοχής. Άλλοι σημαντικοί σκηνοθέτες είναι ο Μοχάμεντ Λαχντάρ-Χαμίνα (Άνεμος του Ορές, Χασάν ο τρομοκράτης, Χρονικό των χρόνων της φωτιάς), Μουσταφά Μπανί (Η νύχτα φοβάται τον ήλιο), Αχμέντ Ρασεντί (Το όπιο και το ραβδί) κ.ά.Οι απόγονοι των αρχαίων Βερβέρων καταλαμβάνουν σήμερα ορισμένα νησιά που γεωγραφικά ανήκουν στο Μάγρεμπ. Οι ορεινοί Καβύλοι ζουν πάνω στα απότομα ανάγλυφα του Άτλαντα, από τα οποία έλαβαν το όνομά τους· τη Μεγάλη Καβυλία του ορεινού όγκου Τζουρτζούρα και τη Μικρή Καβυλία των ορέων Μπαμπόρ. Οι Σαουία (οι βοσκοί) κατοικούν στα όρη του Ορές, το ψηλότερο ανάγλυφο της Α. Οι Μζαμπίτες και οι Τουαρέγκ ζουν αντίθετα σε περιοχές της ερήμου της κεντρικής Α.· οι Μζαμπίτες πιο βόρεια, στο Μζαμπ, οι Τουαρέγκ στα νότια, στην καρδιά της Σαχάρας, στα υψίπεδα του Αχαγκάρ. Ο ανθρωπολογικός τύπος των Βερβέρων ασφαλώς δεν είναι απόλυτα αμιγής, γιατί περιλαμβάνει άτομα δολιχοκέφαλα αλλά και με στρογγυλό κρανίο, βραχύκορμα και ψηλόκορμα, ξανθά και μελαχρινά. Οπωσδήποτε όμως ο πιο διαδεδομένος τύπος είναι ο δολιχοκέφαλος με μαλλιά και μάτια μαύρα και μέτριο ύψος.
Η γλώσσα αυτών των φυλών είναι η βερβερική ή καλύτερα ένα άπειρο πλήθος βερβερικών διαλέκτων, που ορισμένες φορές διαφέρουν πολύ μεταξύ τους, αλλά προέρχονται από την ίδια γλώσσα. Όσον αφορά τη θρησκεία, κατά τα μέσα του 7ου αι. οι Βέρβεροι που νικήθηκαν και υποτάχθηκαν έπειτα από αιματηρές μάχες στούς Άραβες εισβολείς ήλθαν σε επαφή με τη μουσουλμανική θρησκεία και, συνεπείς προς τη βαθιά θρησκευτικότητά τους, ενστερνίστηκαν και ακολούθησαν το πιο αυστηρό ισλαμικό δόγμα, αυτό δηλαδή που ακολουθούσαν οι χαριγκίτες.
Ο πληθυσμός της Καβυλίας. Οι Καβύλοι είναι άνθρωποι απλοί και τραχείς, πρακτικοί και θετικοί, προικισμένοι με εργατικότητα και πραγματική αγάπη για την ανεξαρτησία τους. Εξαναγκάστηκαν από τους συνεχείς πολέμους και από τις εισβολές σε μια μίζερη και άχαρη ζωή στα στενά όρια των ορεινών τους χωριών, που είναι κτισμένα πάνω στα απότομα ανάγλυφα του Άτλαντα, στον ορεινό όγκο Τζουρτζούρα, στην ενδοχώρα προς τα ανατολικά του Αλγερίου και πάνω στα όρη Μπαμπόρ που υψώνονται απέναντι από τον κόλπο της Μπετζάια.
Οι ανθρωπολογικοί τύποι των Καβύλων ποικίλλουν· συναντούμε ανθρώπους ξανθούς με γαλανά μάτια και μελαχρινούς με μαύρα μάτια, με ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά που δεν θα έπρεπε να αποδοθούν σε διασταυρώσεις με φυλές οι οποίες κατά καιρούς κατέκτησαν τη χώρα, αλλά που προϋπήρχαν κατά τις εποχές πριν από τις μεγάλες εισβολές.
Θεμελιακός πυρήνας της καβυλικής κοινωνίας είναι η οικογένεια, της οποίας όλα τα μέλη κατοικούν στο αχάμ, δηλαδή στο μεγάλο σπίτι.
Κοινωνική οργάνωση. Μερικές οικογένειες αποτελούν μαζί το ταχαρούμπτ, δηλαδή τη φατρία, της οποίας όλα τα μέλη κατάγονται από έναν κοινό πρόγονο και επομένως συνδέονται με κάποιο βαθμό συγγένειας. Κάθε φατρία στο χωριό κατέχει δικαιωματικά ένα οικοδομικό τετράγωνο, έχει μια δική της κρήνη, το δικό της κοιμητήριο και, ορισμένες φορές, τις γιορτές της, τα ήθη και τους μύθους της· έχει τον δικό της τ’ άμεν που εκλέγεται από τα μέλη της, ο οποίος την εκπροσωπεί στις συνελεύσεις (τατζμαάτ) και ο οποίος, όταν γίνεται η διανομή του κρέατος, δικαιούται μία μερίδα που φυλάσσεται γι’ αυτόν και τους συγγενείς του. Οι διάφορες φατρίες αποτελούν το χωριό (ταντάρτ) και εκλέγουν το αμίν, το εκτελεστικό όργανο των αποφάσεων της τατζμαάτ. Τέλος, πολλά χωριά μαζί αποτελούν τη φυλή αρς, που φέρει το όνομα ενός μυθικού προγόνου. Η συνομοσπονδία, τακμπίλτ, δηλαδή η ένωση πολλών φυλών, είναι μια οντότητα πάρα πολύ αόριστη με ασαφή όρια.
Η οικογένεια δεν αποτελείται μόνο από τους δύο συζύγους και από τους κατευθείαν απογόνους τους, αλλά περιλαμβάνει όλους τους άρρενες απογόνους, με τέτοιο τρόπο ώστε να συγκεντρώνονται κάτω από τον ίδιο αρχηγό πολλές γενιές που συνδέονται με μια πολύ στενή κοινοβιακή ζωή. Ο πατέρας είναι ο αρχηγός και έχει την απόλυτη εξουσία. Ξεχωριστή μορφή και σημασία έχει ο γάμος, που είναι άμεσα συνδεδεμένος με τη νοοτροπία και τις παραδόσεις των Καβύλων. Όταν φτάνουν σε ηλικία γάμου, ο νέος και η νέα πληροφορούνται για την εκλογή που πριν από καιρό έκαναν οι γονείς τους. Πραγματικά, οι πατέρες μπορεί να τους έχουν αρραβωνιάσει σε οποιαδήποτε ηλικία, με τη μόνη διαφορά ότι ο νέος όταν ενηλικιωθεί, ερωτάται από έναν φίλο, ο οποίος χρησιμεύει ως μεσάζοντας, ώστε να μπορεί να εκφράσει ελεύθερα την άποψή του. Αν αρνηθεί, πράγμα σπάνιο, ο πατέρας του μπορεί να διαλέξει άλλη νύφη. Αντίθετα, η κόρη δεν πληροφορείται την εκλογή παρά τη στιγμή της τελετής και δεν της παρέχεται καμιά δυνατότητα άρνησης. Η κόρη, από τη στιγμή του γάμου, οφείλει υποταγή και πίστη. Ο άντρας όμως έχει απόλυτο δικαίωμα να βάλει τέλος στον γάμο. Γι’ αυτό αρκεί να πει τις κανονισμένες φράσεις, μπροστά σε μερικούς φίλους, στη λειψανοθήκη της φατρίας ή ακόμα μπροστά στον καδή.
Ενδυμασία και καλλωπισμός. Η αλγερινή ενδυμασία, που διατηρείται σχεδόν ανέπαφη στα βουνά της Καβυλίας, αποτελείται από ένα χοντρό μάλλινο πουκάμισο, το ντερμπάλ, που φοριέται με ή χωρίς ζώνη και ένα είδος δερμάτινης ποδιάς. Το σύνολο ολοκληρώνεται από τον κλασικό μανδύα με κουκούλα (μπουρνούς) και ελαφριά δερμάτινα σανδάλια.
Η γυναικεία ενδυμασία έχει, ίσως, πολύ πιο αρχαία προέλευση: ένας χιτώνας, που μοιάζει πολύ με τον χιτώνα που φορούσαν οι αρχαίες Ρωμαίες. Το ρούχο αυτό είναι ένα μονοκόμματο ορθογώνιο ύφασμα, που πτυχώνεται γύρω από το σώμα, με τέτοιο τρόπο ώστε να αφήνει ακάλυπτα τα μπράτσα και δένεται στη μέση με μια λεπτή ζώνη. Η ενδυμασία ολοκληρώνεται από την κουκούλα που δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια πτύχωση του χιτώνα, και από ένα χάλκινο βραχιόλι στον αστράγαλο.
Αν και η γυναικεία ενδυμασία της Αλγερινής, στο σύνολό της, είναι αρκετά απλή, το μακιγιάζ της, που αποτελεί ολόκληρη τελετουργία, την αποζημιώνει. Πολλή ώρα και πολλή φροντίδα αφιερώνεται στη φροντίδα των μαλλιών, τα οποία βάφονται και ξαναβάφονται, μαύρα συνήθως, αλλά τελευταία και ξανθά. Με την ίδια φροντίδα βάφονται και τα φρύδια μαύρα. Αντίθετα, τα βλέφαρα βάφονται με ένα σκούρο μπλε χρώμα που δίνει στο βλέμμα γλυκύτητα και τα μάτια βάφονται γύρω γύρω με το κολ, που τα προστατεύει ταυτόχρονα από το υπερβολικό φως.
Για να δημιουργήσουν αντίθεση με το μαύρο χρώμα των μαλλιών και των φρυδιών, οι γυναίκες της Α. βάφουν τα μάγουλά τους με έντονο κόκκινο ρουζ. Το μακιγιάζ όμως για να είναι πλήρες πρέπει να συνοδεύεται και από μικρά τατουάζ στο μέτωπο, στο σαγόνι, στα μάγουλα ή ακόμα στα μπράτσα και στον λαιμό. Τα τατουάζ αυτά έχουν συνήθως σχήμα σταχυών, φύλλων ή ρόμβων.
Οι παραδόσεις στη Σαχάρα. Οι νομάδες ανέκαθεν περιφρονούσαν τη ζωή των οάσεων και, μολονότι αυτοί ήταν σχεδόν πάντοτε οι ιδιοκτήτες των χουρμαδιών και μεγάλου τμήματος των άλλων καλλιεργειών, άφηναν τη φροντίδα τους στους μαύρους από το Σουδάν (το εμπόριο των σκλάβων ανθούσε ιδιαίτερα στο Τομπουκτού).
Η φοινικιά προσφέρει πολλά, όμως απαιτεί και συνεχείς φροντίδες. Πραγματικά, σε ορισμένες περιοχές όπου οι Τουαρέγκ ήταν ιδιοκτήτες φυτειών από χουρμαδιές, αλλά δεν μοιράζονταν τα γεννήματα με τους νέγρους που τις φρόντιζαν, επήλθε η καταστροφή, διότι οι μαύροι παραμέλησαν τα φυτά, τα οποία πολύ γρήγορα καταστράφηκαν λόγω της ξηρασίας και της άμμου.
Ένα καταπληκτικό έργο πρωτόγονης μηχανικής, στις οάσεις, είναι τα φεγκαγκίρ που μοιάζουν πολύ με τα κανάτ του υψιπέδου του Ιράν απ’ όπου φαίνεται να έλκουν την καταγωγή τους. Πρόκειται για υπόγεια κανάλια, μήκους πολλών χιλιομέτρων, που μεταφέρουν το νερό από τις πηγές στις καλλιέργειες.
Για την επίτευξη αυτού του έργου, οι Αλγερινοί εκμεταλλεύονται τη μικρή κλίση του εδάφους· έτσι αποφεύγουν την εξάτμιση μεγάλης ποσότητας νερού. Το ύψος κάθε φεγκαγκίρ είναι περίπου ίσο με το ύψος ενός σκυφτού ανθρώπου, έτσι ώστε να είναι δυνατή η συντήρησή του και σε κάθε δέκα ή δώδεκα μέτρα υπάρχει ένα πηγάδι αερισμού. Σήμερα δεν κατασκευάζονται πια φεγκαγκίρ παρά μόνο στο Αχαγκάρ, επειδή υπάρχουν πιο αποτελεσματικά και λιγότερο δαπανηρά μέσα για τη μεταφορά νερού και γι’ αυτό τον λόγο, ο πληθυσμός των οάσεων περιορίζεται στη συντήρηση των όσων ήδη υπάρχουν.
Στη χώρα των επτά πόλεων (έτσι ονομάζεται το Μζαμπ), της οποίας πρωτεύουσα είναι η Γαρντάια, που προβάλλει σε μια μικρή περιοχή χωρίς καμιά απολύτως βλάστηση, έχουν καταφύγει οι οπαδοί μιας μουσουλμανικής αίρεσης (της αίρεσης των Ιβαδιτών, που είναι μετριοπαθής κλάδος των Χαριγκιτών, των πουριτανών του ισλαμισμού), οι Μζαμπίτες, οι οποίοι εξαιτίας των βιοτικών αναγκών έγιναν οι πιο ικανοί έμποροι της αλγερινής Σαχάρας. Αφήνουν κατά περιόδους τις οάσεις τους, που αρδεύονται από τρεις χιλιάδες πηγάδια, όπου και τους περιμένουν οι γυναίκες τους και τα παιδιά τους, για να διασχίσουν όλη τη βόρεια Αφρική πουλώντας τα εμπορεύματά τους, που συνίστανται κυρίως σε μπαχαρικά και υφάσματα. Επιστρέφουν απροειδοποίητα μετά από ένα ή δύο χρόνια απουσίας. Οι γυναίκες δεν φεύγουν ποτέ από το Μζαμπ και ένας αδελφός ή ένας εξάδελφος αντικαθιστά τον σύζυγο που λείπει, ο οποίος όταν επιστρέφει αναγνωρίζει και το παιδί που μπορεί να γεννήθηκε στο μεταξύ, λόγω της πεποίθησης που επικρατεί στο Μζαμπ ότι ένα παιδί μπορεί να μείνει αποκοιμισμένο μέσα στη μητέρα για χρόνια. Ούτε οι Μζαμπίτες ούτε το προϊόν επιμειξίας, που είναι οι μαύροι και οι μιγάδες, οι οποίοι έχουν έρθει από το Σουδάν και ζουν στις οάσεις, εκπροσωπούν τόσο τέλεια τους λαούς της Σαχάρας όσο οι νομάδες Άραβες και οι Τουαρέγκ. Οι πρώτοι έφτασαν στη χώρα πριν από δώδεκα περίπου αιώνες, αναγκάζοντας και τους Βερβέρους να ασπαστούν τον ισλαμισμό. Οι Άραβες νομάδες ζουν ακόμα μια ανεξάρτητη ζωή και μετακινούνται με τις σκηνές και τις διάφορες άλλες αποσκευές τους ανάλογα με τις ανάγκες βοσκής των κριαριών τους και των καμηλών τους.
Η βοσκή, το νερό και το αλάτι είναι τα τρία στοιχεία που ρυθμίζουν, κατά απόλυτο και μεθοδικό τρόπο, τη ζωή των νομάδων της ερήμου. Από τις μετακινήσεις προκύπτει ότι ο νομαδισμός εμφανίζεται σε μια εκτεταμένη περιοχή, της οποίας όμως τα όρια είναι καθορισμένα (βόρειο τμήμα της αλγερινής Σαχάρας). Η κατασκήνωση μεταφέρεται αμέσως στον τόπο όπου έπεσε βροχή και τα μαύρα αντίσκηνα στήνονται σε ελάχιστο χρόνο.Η Α. είναι μια από τις πιο ενδιαφέρουσες χώρες της βόρειας Αφρικής. Από την Αθήνα μπορεί κανείς να πάει αεροπορικώς απευθείας στο Αλγέρι. Στη μεσογειακή Α. οι καλύτερες εποχές για το ταξίδι είναι η άνοιξη και το φθινόπωρο. Η καλύτερη εποχή για το ταξίδι στην αλγερινή Σαχάρα είναι από τον Νοέμβριο μέχρι τον Απρίλιο. Ο ταξιδιώτης πρέπει να έχει εμβολιαστεί οπωσδήποτε κατά της ευλογιάς. Επίσης, είναι απαραίτητη η ασφάλιση του αυτοκινήτου.
Η Α. διαθέτει ένα ικανοποιητικό σιδηροδρομικό δίκτυο που διασχίζει όλη την περιοχή κοντά στη Μεσόγειο, από τη μια πλευρά από το Αλγέρι μέχρι το Οράν και το Τλέμσεν (και το Μαρόκο) και από την άλλη μέχρι την Κωνσταντίνη και την Ανάμπα (και την Τύνιδα)· επίσης υπάρχουν σιδηροδρομικά δρομολόγια που ξεκινούν συνήθως από το Οράν, το Αλγέρι ή την Κωνσταντίνη και συνδέουν όλες τις τοποθεσίες ακόμα και τις οάσεις της βόρειας Σαχάρας. Συνεχείς αεροπορικές πτήσεις συνδέουν όλα τα κέντρα, ακόμα και αυτά που βρίσκονται στο εσωτερικό της Σαχάρας.
Μπορεί κανείς να επισκεφθεί τη χώρα με διάφορους τρόπους. Θα μπορούσε να διασχίσει την Α. από τα ανατολικά στα δυτικά στις βόρειες περιοχές της ταξιδεύοντας από την Τυνησία προς το Μαρόκο (ή αντίστροφα) ή ακόμα από βορρά προς νότο ξεκινώντας από το Αλγέρι και διασχίζοντας τη Σαχάρα. Είναι δυνατόν τέλος να την επισκεφθεί ακολουθώντας ένα κυκλικό δρομολόγιο, που θα αρχίζει από το Αλγέρι ή από την Τύνιδα.
Επίσκεψη στο Αλγέρι. Το Αλγέρι προσφέρει δύο απόψεις: την αρχαία συνοικία (τεμένη του Ελ-Κεμπίρ, του Ελ-Τζεντίντ, του Σίντι Αμπντ ερ-Ραχμάν· τη συνοικία της κάσμπα με τα χαρακτηριστικά στενά δρομάκια, με τα γραφικά κτίρια και την υπέροχη θέα πάνω από το φρούριο) και τη σύγχρονη πόλη (Jαrdin d’ Εssai, την παραθαλάσσια περιοχή, το παλάτι Μπάρντο, αρχαία αραβική διαμονή και τώρα εθνογραφικό μουσείο, το μουσείο Γκσελ, αρχαιολογικό και ισλαμικής τέχνης). Στα περίχωρα παρέχεται η δυνατότητα για μια επίσκεψη της πανοραμικής δυτικής ακτής μέχρι το Σίντι Φρετζ, θέατρο των γαλλικών επιχειρήσεων κατά την απόβαση το 1830.
Άλλες διαδρομές. Η περιήγηση προς τα ανατολικά αρχίζει διασχίζοντας την Καβυλία (μια από τις γραφικές περιοχές της Α., με βερβερικό πληθυσμό, με χωριά χτισμένα σε απότομους βράχους και με ωραία τοπία στα οποία δεσπόζουν οι ελαιώνες και τα δάση) και φτάνοντας στο Τιζί-Ουζού, στο Γιακουρέν και στην ακτή της Μπετζάια (πρώην Μπουζί), όπου μπορεί κανείς να επισκεφθεί την κάσμπα και, στα περίχωρα, το Ρic des Singes, τα οποία συναγωνίζονται στην ομορφιά τα αξιοθέατα της ωραιότατης Κορνίς Καμπίλ, που εκτείνεται μέχρι το Τζιτζέλι. Από εδώ γρήγορα φτάνει κανείς στην Κωνσταντίνη, με την υπέροχη θέα στο βαθύ φαράγγι που τη διασχίζει. Στην πόλη ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα τεμένη του Σίντι-ελ-Κετάνι, του Σίντι Λαχντάρ, του ελ-Κεμπίρ, η συνοικία σάρα, δηλαδή το γκέτο, η γέφυρα Σίντι Μ’ Σιντ και το αρχαιολογικό μουσείο. Στη συνέχεια ο δρόμος περνά από την Μπάτνα και μετά από την Μπίσκρα. Η περιοχή έχει πολλά ερείπια ρωμαϊκών πόλεων, ανάμεσα στις οποίες η Τιμγκάντ, η Τζεμίλα, η Τίντις, η Λαμπέζι και η πιο απομακρυσμένη Τεμπέσα. Ενώ στην Τζεμίλα μπορεί κανείς να φτάσει με μια λοξοδρόμηση πριν καταλήξει στην Κωνσταντίνη, αντίθετα για να πάει στην Τιμγκάντ και στη Λαμπέζι αρκεί μια παράκαμψη πριν από την Μπάτνα. Η Τεμπέσα βρίσκεται πάνω στη διαδρομή Τύνιδα-Μπάτνα. Ανάμεσα στην Μπάτνα και στην Μπίσκρα, βρίσκονται οι αυχένες του Ελ-Καντάρα, οι οποίοι είναι γνωστοί ως πόρτες της ερήμου. Επίσης, στο κατώφλι της ερήμου βρίσκεται η όαση της Μπίσκρα, η οποία με τους κήπους της, τις χουρμαδιές της και το γλυκό της κλίμα αποτελεί το πρώτο σημείο επαφής με τη Σαχάρα. Ο ταξιδιώτης μπορεί να τελειώσει την περιήγησή του επιστρέφοντας στο Αλγέρι διαμέσου του Μπου-Σαάντα, ή να συνεχίσει, επισκεπτόμενος την αλγερινή Σαχάρα, η οποία, χάρη στο σύγχρονο οδικό δίκτυο, επιτρέπει την επίσκεψη στις πιο χαρακτηριστικές και υποβλητικές οάσεις. Η πρώτη από αυτές, που είναι και από τις πιο όμορφες, λέγεται Ελ Ουέντ, έχει μια γραφική αρχιτεκτονική (των χιλίων θόλων) και πολλές χουρμαδιές που καλλιεργούνται στον πυθμένα των τάφρων που δημιουργούνται από τις θίνες. Ο δρόμος από εκεί μέχρι το Τουγκούρτ (βασιλικοί τάφοι, ξαρ) περνά διαμέσου των θινών άμμου του Μεγάλου Ανατολικού Εργκ και προσφέρει μια από τις πιο μαγευτικές θέες της μεγάλης ερήμου.
Η Ουάργκλα (ξαρ, αγορά, φοινικώνας) είναι μια σύγχρονη μικρή πολιτεία που αναπτύχθηκε εξαιτίας των κοντινών πετρελαϊκών εγκαταστάσεων του Χασί Μεσαούντ, όμως μπορεί κανείς να πει ότι το ταξίδι μέχρι τη Γαρντάια είναι πιο ενδιαφέρον από το ταξίδι στη Σαχάρα, λόγω των υποβλητικών τοπίων και της εφικτής επίσκεψης των πέντε πολιτειών του Μζαμπ, με την πρωτότυπη αρχιτεκτονική και τις ανέπαφες παραδόσεις (ιδιαίτερα στην Μπενί Ισγκουέν και την Μπεριάνε).
Στον δρόμο της επιστροφής βρίσκεται η Λαγουάτ (πανόραμα από το φρούριο, τέμενος ελ-Ατίκ, κήποι) και από εκεί, ο επισκέπτης διασχίζοντας τα υψίπεδα κατευθύνεται προς τη μεσογειακή ακτή, που την πρωτοσυναντά στο Σερσέλ (ερείπια της αρχαίας ρωμαϊκής Καισάρειας). Πιο δυτικά βρίσκεται η Τενές, απ’ όπου αρχίζει η υπέροχη Κορνίς ντες Ντάρα που φτάνει μέχρι το Αλγέρι, περνώντας από την Τιπάσα, της οποίας τα ρωμαϊκά ερείπια βρίσκονται μέσα σε ένα πάρκο. Όμως, η επίσκεψη της Α. δεν θα είναι πλήρης, αν παραμεληθεί το πιο δυτικό τμήμα της χώρας. Η επίσκεψη μπορεί να ξεκινήσει από τη Λαγουάτ (ή το Αλγέρι), πρώτα από όλα στην Τιαρέτ, ύστερα στη Μάσκαρα, κέντρο παραγωγής κρασιού, και στη συνέχεια στο Σίντι Μπελ Αμπές, όπου έχουν ακόμα αναμνήσεις από τη Λεγεώνα των Ξένων. Ακολουθεί το Τλέμσεν, η γραφική πολίχνη με τα μνημεία ισπανομαυριτανικής τεχνοτροπίας (τεμένη Ελ-Κεμπίρ, Σίντι Χαλουί, Σίντι Μπραχίμ και το Σίντι μπελ-Χασάν, σήμερα μουσείο, η εβραϊκή συνοικία και η συνοικία των Χαντάρ). Στον δρόμο της επιστροφής κατά μήκος της μεσογειακής ακτής ο δρόμος περνά από το Οράν, όπου επιβιώνουν ακόμα οι αναμνήσεις από την ισπανική κατάκτηση (πύλη της Ισπανίας, συνοικία Καλέρ, εκκλησία του Αγίου Λουδοβίκου, εβραϊκή συνοικία, τέμενος του Ελ-Πασά). Αξίζει επίσης μια επίσκεψη στα περίχωρα, στο βουνό Μουρτζάτζο με το φρούριο και το παρεκκλήσιο της Σάντα Κρουζ, καθώς και στις παραλίες με το λιμάνι του Μερς-ελ-Κεμπίρ. Συνεχίζοντας κατά μήκος της ακτής ο ταξιδιώτης θα φτάσει στο Τενές και θα συνεχίσει μετά για το Σερσέλ, την Τιπάσα και το Αλγέρι.
Ταξίδι στη Σαχάρα. Όλες οι τοποθεσίες της Σαχάρας συνδέονται σήμερα με αεροσυγκοινωνία, που θα άξιζε τον κόπο να χρησιμοποιήσει κανείς, αν θέλει να φτάσει σε μέρη όπως το Ταμανρασέτ και το Τζάνετ (από μόνα τους θα δικαιολογούσαν αυτό το δύσκολο ταξίδι). Οι δύο κατευθύνσεις, σύμφωνα με τις οποίες μπορεί να οργανωθεί το ταξίδι από τη Μεσόγειο στη Μαύρη Αφρική, είναι ο δρόμος του Τανεζρούφτ και ο δρόμος του Αχαγκάρ. Ο πρώτος ξεκινά από το Οράν (ή και από το Μαρόκο), και πάντοτε σε άσφαλτο περνά από το Εν Σέφρα, το Μπενί-Ουνίφ (υπέροχη όαση στην κοντινή Φιγκουίγκ, στο μαροκινό έδαφος), την Μπεσάρ (δυνατή η παράκαμψη για την Ταρχίτ, μια από τις πιο υποβλητικές οάσεις της Σαχάρας), το Μπενί-Αμπές και, τέλος, από το Αντράρ. Αξίζει όμως μια παράκαμψη στο Τιμιμούν με τη χαρακτηριστική σουδανική αρχιτεκτονική με κόκκινα σπίτια. Πιο νότια μπορεί να επισκεφθεί κανείς το Ρεγκάνε και, στη συνέχεια, διαμέσου της αχανούς έρημης έκτασης του Τανεζρούφτ, το Ποστ-Μορίς-Κορτιέ, το Τεσαλίτ και το Γκάο στην περιοχή του Μάλι. Ο δεύτερος δρόμος αρχίζει από το Αλγέρι, περνά από το Λαγουάτ, τη Γαρντάια και φτάνει μέχρι το Ελ-Γκολέα (αρχαίο ξαρ, κήποι, τάφος του πατέρα του Φουκό). Από εκεί ο δρόμος συνεχίζει προς νότο διαμέσου της ερήμου των ερήμων, περνά από το Εν Σαλάχ, που είναι ένα από τα πιο γραφικά κέντρα της Σαχάρας, τους αυχένες του Αράκ και φτάνει μέχρι το Ταμανρασέτ (ο δρόμος είναι καλός).
Το Ταμανρασέτ, εκτός από το μεγαλύτερο κέντρο της Α. που κατοικείται από Τουαρέγκ, είναι και η βάση για την επίσκεψη του Αχαγκάρ (δεν θα έπρεπε να παραληφθεί η αναρρίχηση στο Ασεκρέμε). Μια τρίτη κατεύθυνση μπορεί να έχει ως στόχο την όαση Τζάνετ και τα βουνά Τασίλι-ν-Ατζέρ. Ο δρόμος ξεκινά από το Αλγέρι (ή καλύτερα ακόμα από την Τύνιδα) και συνεχίζει έως το Τουγκούρτ, την Ουάργκλα και το Χασί-Μεσαούντ. Συνεχίζεται μέσω του Γκασί Τουίλ, που είναι ένα στενό πέρασμα ανάμεσα στις θίνες του Μεγάλου Ανατολικού Εργκ, μέχρι το Ιν Αμένας, κέντρο παραγωγής πετρελαίου και τελευταίος προκεχωρημένος σταθμός τεχνολογικού πολιτισμού. Ένας επαρχιακός δρόμος σε ικανοποιητική κατάσταση προχωρεί προς νότο και πριν φτάσει στην Τζάνετ περνά από το Ιλίζι (πρώην Φορτ-Πολινιάκ), όπου κοντά στο Ουέντ Τζάρετ υπάρχουν προϊστορικές βραχογραφίες. Ο ταξιδιώτης μπορεί να συνεχίσει το δύσκολο αλλά γοητευτικό ταξίδι του στο υποβλητικό υψίπεδο και στις σπηλιές με τις φημισμένες προϊστορικές τοιχογραφίες.
Ξενοδοχειακές μονάδες. Σε ολόκληρη την Α. υπάρχουν αρκετά ξενοδοχεία και μεγάλη δυνατότητα επιλογής, ακόμα και αν τα άνετα ξενοδοχεία του Αλγερίου δεν συναντώνται στα μικρά κέντρα, όπου πρέπει κανείς να αρκεστεί σε κάτι πιο απλό, αλλά οπωσδήποτε άνετο. Υπάρχει δε δυνατότητα ανεύρεσης καταλύματος ακόμα και στις πιο απόμακρες περιοχές της Σαχάρας.
Κουζίνα. Συνήθως προσφέρονται φαγητά γαλλικής κουζίνας, αλλά θα ήταν ενδιαφέρον να δοκιμάσει κανείς και τα τοπικά φαγητά, όπως το κουσκούς, το μέσβι, τα διάφορα ταγκίνες (ραγού με κρέας ή ψάρι). Με το τσάι-μέντα συμπληρώνεται το τυπικό βορειοαφρικανικό γεύμα. Το τσάι αυτό αποτελεί και το μοναδικό ποτό. Ο Ευρωπαίος ταξιδιώτης εύκολα μπορεί να γευτεί τα τοπικά κρασιά, απαγορευμένα για τους ντόπιους από τη θρησκεία τους.Σύμφωνα με στοιχεία του Αρχείου Ομογενειακών Οργανώσεων, το 2001 στη χώρα ζούσαν περίπου 30 Έλληνες.
Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Αλγερίας
Έκταση: 2.381.740 τ. χλμ
Πληθυσμός: 32.777.942 κάτ. (2002)
Πρωτεύουσα: Αλγέρι
(1.696.000 κάτ. το 2002)
Χαρτονόμισμα των 1.000 αλγερινών δηναρίων, που εκδόθηκε το 1998.
Η όαση του Ιντελές, στους πρόποδες του όρους Αχαγκάρ, στην αλγερινή νότια Σαχάρα (φωτ. Duval).
Άποψη των οροπεδίων που εκτείνονται στους πρόποδες των βουνών της Κωνσταντίνης (φωτ. Girani).
Αμπελοκαλλιέργεια στην κοιλάδα Σελίφ, κοντά στο Τενές (φωτ. Girani).
Το λιμάνι του Οράν στην Αλγερία (φωτ. Sef).
Πανοραμική άποψη του λιμανιού του Αλγερίου, που είναι από τα μεγαλύτερα της βόρειας Αφρικής (φωτ. Girani).
Καλλιεργημένες εκτάσεις κοντά στο Αλγέρι.
Πετρελαιοπηγή στη Σαχάρα· το πετρέλαιο άλλαξε την οικονομία της Αλγερίας (φωτ. Quilici).
Η κατάληψη της πρωτεύουσας της Αλγερίας από τα γαλλικά στρατεύματα (λαϊκή λιθογραφία του 1830).
Άποψη της Κωνσταντίνης, αρχαίας πόλης που καταστράφηκε το 311 και ανεγέρθηκε ξανά το 412 από τον Μέγα Κωνσταντίνο, από τον οποίο πήρε την ονομασία της.
Ανάμεσα στα θύματα του ισλαμικού φανατισμού που έχει εκδηλωθεί τα τελευταία χρόνια στην Αλγερία ήταν και ο ηγέτης του Μετώπου των σοσιαλιστικών δυνάμεων, Εμπαρέκ Μαχιού, και ο ανιψιός του (1995).
Καραβάνι με καμήλες στην περιοχή Αχαγκάρ της Σαχάρας, κοντά στην όαση Αράκ, που είναι από τις πιο εύφορες της Αλγερίας με άφθονα νερά.
Η αψίδα του θριάμβου του Τραϊανού στο Τιμγκάντ, στη θέση της αρχαίας ρωμαϊκής πόλης Ούλπια.
Εργοστάσια για την κατεργασία πετρελαίου στην περιοχή του Χάσι Μεσαούντ της Αλγερίας.
Μια αμμοθύελλα στην αλγερινή Σαχάρα.
Ο Αλγερινός πολιτικός και επαναστάτης Αχμέτ Μπεν Μπελά.
Όπως σε όλη τη ΒΔ Αφρική, οι Βέρβεροι αποτελούν ιδιαίτερη εθνογλωσσολογική ομάδα της Αλγερίας.
Οι ισλαμικές παραδόσεις, αρκετά αυστηρές κατά τόπους, διατηρούνται ευλαβικά στην Αλγερία.
Ο Κατέμπ Γιασίν ήταν από τους σημαντικότερους Αλγερινούς λογοτέχνες του 20ού αι.
Ο εμίρης Αμπντ ελ-Καντίρ, ένας ιδιοφυής και μορφωμένος πολέμαρχος, αναδείχθηκε σε θρυλική μορφή της αντίστασης των Αλγερινών κατά των Γάλλων, στις αρχές του 19ου αι.
Μανιφέστο για το δημόσιο εθνικό δάνειο υπέρ της Αλγερίας και της Τυνησίας (1920).
Ο Μουράτ Μπουρμπούν ανανέωσε την αλγερινή ποίηση, συνδέοντάς την με το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα της χώρας του.
Ο βασιλιάς της Νουμιδίας Μασσανάσης, σε προτομή που φυλάσσεται στο Καπιτώλιο της Ρώμης.
Η αίθουσα της προσευχής του τεμένους Σίντι Μπου Μαρουάν, στην Ανάμπα.
Προϊστορικές τοιχογραφίες που εντυπωσιάζουν με τη ζωντάνια τους.
Προϊστορικές τοιχογραφίες από την αλγερινή Σαχάρα.
Χαρακτηριστικό δείγμα από τις βραχογραφίες του Τασίλι-ν-Ατζέρ.
Βιοτέχνες του Τζάνετ, με έκδηλη βερβερική προέλευση, εν ώρα εργασίας.
Τα ερείπια της ρωμαϊκής πόλης Τιπάσα· μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση η Νουμιδία προσχώρησε στην επαρχία της «Νέας Αφρικής».
Οι γυναίκες της αλγερινής φυλής Τουαρέγκ απολαμβάνουν μεγάλο σεβασμό, απόλυτη ελευθερία και πλήρη ισοτιμία με το ανδρικό φύλο.
Άνδρας της φυλής Τουαρέγκ της Αλγερίας.
Η αλγερινή οικονομία, χάρη στον πλούτο των ορυκτών κοιτασμάτων της, έχει σημειώσει άλματα, αν και εξακολουθούν να υπάρχουν προβλήματα ισόρροπης ανάπτυξης.
Άποψη της άγονης περιοχής Χοτ Μελρχίρ, στην οποία υπάρχουν σημαντικά αλατωρυχεία.
Φωτογραφία της περιοχής Τασίλι-ν-Ατζέρ από δορυφόρο της ΝΑΣΑ, τον Μάρτιο του 1990, από ύψος 220 χλμ. Διακρίνονται πάνω δεξιά οι βραχώδεις σχηματισμοί της ερήμου, με κόκκινο χρώμα (φωτ. ΝΑSΑ, earth.jsc.nasa.gov).
Ένα τμήμα του λιμανιού του Αλγερίου, μια πόλη με συγκεχυμένη δημογραφική ανάπτυξη.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Αλγερία — η κράτος της ΒΔ Αφρικής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Γαλλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Γαλλίας Έκταση: 547.030 τ.χλμ Πληθυσμός: 58.518.148 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα: Παρίσι (2.125.246 κάτ. το 2000)Κράτος της δυτικής Ευρώπης. Συνορεύει στα ΝΑ με την Ισπανία και την Ανδόρα, στα Β με το Βέλγιο και το… …   Dictionary of Greek

  • Αφρική — Μία από τις πέντε ηπείρους. Βρίσκεται στο ανατολικό ημισφαίριο, στα νότια της Ευρώπης και στα δυτικά της Ασίας. Μολονότι αποτελεί μέρος, μαζί με την Ευρώπη και την Ασία, της Αρχαίας Ηπείρου, η απέραντη αυτή ήπειρος διαφέρει ουσιαστικά από αυτές,… …   Dictionary of Greek

  • αλγερινός — ή, ό και αλγερινός, αλτζερίνος 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην Αλγερία 2. αυτός που προέρχεται από την Αλγερία 3. ως ουσ. ο κάτοικος τής Αλγερίας ή όποιος κατάγεται από αυτήν 4. πειρατής, κουρσάρος. [ΕΤΥΜΟΛ. < Αλγερία. ΠΑΡ. νεοελλ.… …   Dictionary of Greek

  • Λιβύη — I Αγία της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. Μαρτύρησε με ξίφος. Η μνήμη της τιμάται στις 25 Ιουνίου. II Μυθολογικό πρόσωπο. Σύμφωνα με την παράδοση, ήταν κόρη του Έπαφου, βασιλιά της Αιγύπτου. Έπειτα από δεσμό της με τον Ποσειδώνα απέκτησε τον Λέλεγα,… …   Dictionary of Greek

  • Σαχάρα — Αφρικανική έρημος που καταλαμβάνει μια εξαιρετικά εκτεταμένη περιοχή του βόρειου τμήματος της ηπείρου (8 περίπου εκατομμύρια τ. χλμ.) και που ορίζεται από την ακτή της Σύρτης, τα τυνησιακά sciott, τις κλιτύς του Άτλαντα, το εσωτερικό δέλτα του… …   Dictionary of Greek

  • Ρώμη — I (Rome). Όνομα δύο πόλεων των Η.Π.Α. 1. Πρωτεύουσα της περιοχής Ονέιντα, της Πολιτείας της Ν. Υόρκης (44 350 κάτ.). Είναι χτισμένη στις όχθες του ποταμού Μόουχωκ, βορειοδυτικά της Ούτικα. Πρόκειται για βιομηχανικό κέντρο και σιδηροδρομικό κόμβο… …   Dictionary of Greek

  • εσπεριδοειδή — Είδη και ποικιλίες καρποφόρων δέντρων της φυλής των κιτρίων και κυρίως του γένους κίτρο, οι καρποί των οποίων εκτιμώνται ιδιαίτερα για την εύχυμη γλυκόξινη ή ξινή σάρκα τους. Τα ε. καλλιεργούνται στις θερμές, εύκρατες, υποτροπικές και τροπικές… …   Dictionary of Greek

  • ρώμη — I (Rome). Όνομα δύο πόλεων των Η.Π.Α. 1. Πρωτεύουσα της περιοχής Ονέιντα, της Πολιτείας της Ν. Υόρκης (44 350 κάτ.). Είναι χτισμένη στις όχθες του ποταμού Μόουχωκ, βορειοδυτικά της Ούτικα. Πρόκειται για βιομηχανικό κέντρο και σιδηροδρομικό κόμβο… …   Dictionary of Greek

  • ισλαμικό κίνημα — Γενικός όρος που χρησιμοποιείται για να περιγραφεί η αφύπνιση του Ισλάμ ως πολιτικο θρησκευτικής ιδεολογίας που εκφράζεται είτε ως επιδίωξη εγκαθίδρυσης της ισλαμικής εξουσίας στις χώρες του Ισλάμ είτε ως πλήρης επιστροφή στις απαρχές της… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.